Η 11η Σεπτεμβρίου είναι το σημείο από το οποίο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την αλλαγή μιας ολόκληρης εποχής – Aπό τους Δίδυμους Πύργους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, από το Patriot Act και το Γκουαντάναμο στα drones, το ISIS και την άνοδο της Κίνας
11η Σεπτεμβρίου, 25 χρόνια μετά
Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ήταν καθαρό στη Νέα Υόρκη. Στις 08:46, η πτήση 11 της American Airlines έπεσε πάνω στον Βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Δεκαεπτά λεπτά αργότερα, στις 09:03, η πτήση 175 της United Airlines χτύπησε τον Νότιο Πύργο και εξαφάνισε κάθε αμφιβολία ότι η Αμερική βρισκόταν υπό επίθεση.
Στις 09:37 ένα τρίτο αεροπλάνο έπεσε στο Πεντάγωνο. Στις 10:03, η πτήση 93 συνετρίβη στην Πενσιλβάνια, αφού επιβάτες και μέλη του πληρώματος επιχείρησαν να ανακτήσουν τον έλεγχο από τους αεροπειρατές. Μέχρι το τέλος εκείνου του πρωινού οι δύο Πύργοι είχαν καταρρεύσει και 2.977 άνθρωποι από περισσότερες από 90 χώρες είχαν σκοτωθεί. Δεκαεννέα μέλη της Αλ Κάιντα είχαν χρησιμοποιήσει τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη ως όπλα εναντίον της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η εικόνα των αεροσκαφών που εξαφανίζονται μέσα στους Δίδυμους Πύργους παραμένει ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τηλεοπτικό στιγμιότυπο αυτού του αιώνα και ο ορισμός του «σοκαριστικού». Για τους ανθρώπους που το έζησαν δεν έχει ακόμη μετατραπεί ολοκληρωτικά σε Ιστορία: το 83% των Αμερικανών που είχαν ήδη γεννηθεί το 2001 δηλώνει σήμερα ότι θυμάται πού ακριβώς βρισκόταν όταν έμαθε για τις επιθέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, το 10% των ενηλίκων στις ΗΠΑ έχει γεννηθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Για αυτούς οι Πύργοι, ο Μπους, ο Μπιν Λάντεν και το πρώτο βράδυ του πολέμου στο Αφγανιστάν ανήκουν ήδη στον κόσμο των σχολικών βιβλίων.
Αυτό που συνέβη εκείνη την ημέρα δεν άλλαξε μόνο τη Νέα Υόρκη. Άλλαξε την αντίληψη της Αμερικής για τον εαυτό της, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύει ο πλανήτης, τα όρια ανάμεσα στην ασφάλεια και την ιδιωτικότητα, τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι πόλεμοι και τις σχέσεις της Δύσης με τον μουσουλμανικό κόσμο. Άνοιξε δύο πολέμους που κράτησαν δεκαετίες, συνέβαλε στη δημιουργία ενός τεράστιου παγκόσμιου μηχανισμού αντιτρομοκρατίας, επηρέασε την πολιτική ζωή της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής και απορρόφησε για χρόνια ένα σημαντικό μέρος της στρατηγικής προσοχής των Ηνωμένων Πολιτειών. Την ίδια ακριβώς περίοδο, σχεδόν αθόρυβα σε σύγκριση με τις εκρήξεις της εποχής, η Κίνα μεταμορφωνόταν σε παγκόσμια δύναμη.
Η 11η Σεπτεμβρίου δεν δημιούργησε μόνη της τον κόσμο του 2026. Χωρίς αυτήν, όμως, η διαδρομή προς αυτόν θα ήταν πολύ διαφορετική.
Τα 102 λεπτά που «σκότωσαν» τη δεκαετία του ’90
Η αίσθηση του σοκ προήλθε και από το πού βρισκόταν τότε η Αμερική. Η Σοβιετική Ένωση είχε πάψει να υπάρχει δέκα χρόνια νωρίτερα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη, η οικονομία τους κυριαρχούσε και δεν υπήρχε αντίπαλος ικανός να τις απειλήσει συμβατικά στο έδαφός τους. Η γεωγραφία -δύο ωκεανοί και δύο φιλικά σύνορα τα οποία επικαλείται και σήμερα υπό διαφορετικό βέβαια πρίσμα ο Ντόναλντ Τραμπ – εξακολουθούσε να λειτουργεί ως μία σχεδόν αυτονόητη εγγύηση ασφαλείας.
Κι όμως, οι δράστες της μεγαλύτερης επίθεσης στο αμερικανικό έδαφος μετά το Περλ Χάρμπορ δεν χρησιμοποίησαν πολεμικά αεροσκάφη ή βαλλιστικούς πυραύλους. Χρησιμοποίησαν εισιτήρια αεροπορικών εταιρειών, μικρά μαχαίρια και τα ίδια τα αμερικανικά πολιτικά αεροσκάφη. Η Επιτροπή της 11ης Σεπτεμβρίου κατέληξε αργότερα ότι η χώρα ήταν απροετοίμαστη και ότι οι υφιστάμενες διαδικασίες FAA και NORAD ήταν ακατάλληλες για ένα σενάριο στο οποίο αεροπειρατές θα χρησιμοποιούσαν ένα επιβατικό αεροπλάνο ως πύραυλο. Η φράση που έμεινε από την τελική έκθεση ήταν ότι η 11η Σεπτεμβρίου υπήρξε «σοκ, αλλά όχι έκπληξη»: οι προειδοποιήσεις για την Αλ Κάιντα και τον Οσάμα μπιν Λάντεν υπήρχαν, αλλά δεν είχαν συνδεθεί εγκαίρως σε μια ενιαία εικόνα.
Από εκείνο το πρωινό άλλαξε και η ίδια η έννοια της απειλής. Ένα κράτος δεν χρειαζόταν πια να διαθέτει στρατό, στόλο ή πυρηνικά για να προκαλέσει στρατηγικό πλήγμα στην ισχυρότερη χώρα του κόσμου. Μια μη κρατική οργάνωση μπορούσε να μετατρέψει την παγκοσμιοποίηση –τις αεροπορικές συνδέσεις, την ελεύθερη μετακίνηση, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις ανοιχτές κοινωνίες– σε δικό της επιχειρησιακό πλεονέκτημα.
Ο πόλεμος που απέκτησε παγκόσμια διάσταση
Η πρώτη αντίδραση ήταν σχεδόν καθολική. Στις 12 Σεπτεμβρίου το ΝΑΤΟ ενεργοποίησε για πρώτη φορά στην ιστορία του το Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας. Μια συμμαχία που είχε δημιουργηθεί για να αντιμετωπίσει τη Σοβιετική Ένωση κλήθηκε για πρώτη φορά να εφαρμόσει τη σημαντικότερη ρήτρα της απέναντι σε ένα τρομοκρατικό δίκτυο χωρίς στρατό και σύνορα. Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα, στις 7 Οκτωβρίου 2001, άρχισε η αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν. Η αρχική στρατιωτική επιχείρηση ήταν γρήγορη. Οι Ταλιμπάν έχασαν την Καμπούλ, η Αλ Κάιντα έχασε το ασφαλές καταφύγιό της και η Ουάσιγκτον πίστεψε ότι η τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή της μπορούσε να μεταφραστεί και σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Εκεί άρχισε όμως μια πολύ διαφορετική ιστορία. Ο στόχος από την εξουδετέρωση της Αλ Κάιντα μετακινήθηκε σταδιακά στην οικοδόμηση ενός νέου αφγανικού κράτους. Η αποστολή που είχε ξεκινήσει ως αντιτρομοκρατική εξελίχθηκε στον μακροβιότερο πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις παρέμειναν στη χώρα επί δύο δεκαετίες. Ο Μπιν Λάντεν δεν βρέθηκε στο Αφγανιστάν αλλά στο Πακιστάν, όπου σκοτώθηκε από Αμερικανούς SEALs τον Μάιο του 2011.
Και στις 15 Αυγούστου 2021, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη αμερικανική επίθεση, οι Ταλιμπάν επέστρεψαν στην Καμπούλ. Αυτό παραμένει ίσως η πιο σκληρή εικόνα ολόκληρου του κύκλου. Η οργάνωση που είχε εκδιωχθεί επειδή φιλοξενούσε τον Μπιν Λάντεν επέστρεψε στην εξουσία λίγο πριν συμπληρωθούν είκοσι χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου. Το 2026 οι Ταλιμπάν κυβερνούν ακόμη το Αφγανιστάν. Μόλις αυτή την εβδομάδα ο ΟΗΕ επανέλαβε την καταδίκη των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στις γυναίκες και τα κορίτσια, από την εκπαίδευση και την εργασία μέχρι την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο.
Η ιστορία δεν γύρισε ακριβώς στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε. Το Αφγανιστάν του 2026 δεν είναι εκείνο του 2001, η Αλ Κάιντα έχει αποδυναμωθεί δραστικά και η χώρα πλήρωσε τεράστιο τίμημα σε ζωές, εκτοπισμό και καταστροφή. Αλλά η υπόσχεση ότι ένας αμερικανικός στρατιωτικός θρίαμβος θα μπορούσε να μετασχηματίσει μόνιμα την αφγανική πολιτική πραγματικότητα δεν άντεξε στον χρόνο.
Ιράκ: ο πόλεμος που δεν προκάλεσε η 11η Σεπτεμβρίου, αλλά δύσκολα θα είχε γίνει χωρίς αυτήν
Η μεγαλύτερη πολιτική συνέπεια της 11ης Σεπτεμβρίου έξω από το Αφγανιστάν ήρθε το 2003. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε οργανώσει τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Η εισβολή στο Ιράκ ήταν ξεχωριστή πολιτική απόφαση. Θα ήταν όμως δύσκολο να φανταστεί κανείς το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε χωρίς τον φόβο που είχε δημιουργήσει η 11η Σεπτεμβρίου και χωρίς το νέο δόγμα που απαιτούσε την αντιμετώπιση απειλών προτού αυτές φτάσουν στο αμερικανικό έδαφος. Τον Μάρτιο του 2003 οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εισέβαλαν στο Ιράκ με βασικό επιχείρημα την απειλή από τα όπλα μαζικής καταστροφής. Τα αποθέματα που παρουσιάζονταν ως άμεση απειλή δεν βρέθηκαν. Μεταγενέστερες έρευνες της αμερικανικής Γερουσίας κατέληξαν ότι βασικά συμπεράσματα των προπολεμικών υπηρεσιών πληροφοριών ήταν υπερβολικά ή δεν υποστηρίζονταν από τα διαθέσιμα στοιχεία και περιέγραψαν ένα περιβάλλον «σκιώδες» γύρω από την πεποίθηση ότι το Ιράκ διέθετε ενεργό πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής.
Η πτώση του Σαντάμ ήταν γρήγορη, ό,τι ακολούθησε δεν ήταν. Η διάλυση του παλιού κρατικού μηχανισμού, η αποστράτευση μεγάλου μέρους του ιρακινού στρατού, η εξέγερση και η έκρηξη της σουνιτοσιιτικής βίας δημιούργησαν ένα πεδίο στο οποίο αναπτύχθηκε η Αλ Κάιντα στο Ιράκ του Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι. Από αυτή τη γενεαλογία προέκυψε αργότερα το ISIS, το οποίο το 2014 κατέλαβε τη Μοσούλη και τεράστια τμήματα του Ιράκ και της Συρίας και κήρυξε την δημιουργία «Χαλιφάτου».
Η σύνδεση αυτή έχει σημασία επειδή αποκαλύπτει τη μεγαλύτερη αντίφαση του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Η Αλ Κάιντα που πραγματοποίησε την 11η Σεπτεμβρίου έχασε σταδιακά την ικανότητα να οργανώνει μια αντίστοιχη επιχείρηση στην αμερικανική επικράτεια. Ταυτόχρονα όμως, ο τζιχαντισμός διασπάστηκε, μεταλλάχθηκε και απέκτησε παρακλάδια σε πολύ μεγαλύτερο γεωγραφικό χώρο. Σε πρόσφατη αποτίμηση, το Council on Foreign Relations επισημαίνει ότι σήμερα υπάρχουν πάνω από πενήντα σαλαφιστικές-τζιχαντιστικές οργανώσεις στον αμερικανικό κατάλογο τρομοκρατικών ομάδων, περίπου πέντε φορές περισσότερες από το 2001.
Από τη Νέα Υόρκη στη Μαδρίτη, το Λονδίνο και το Παρίσι
Η Ευρώπη έμαθε σύντομα ότι η 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν αμερικανική υπόθεση. Στις 11 Μαρτίου 2004 οι βομβιστικές επιθέσεις στα τρένα της Μαδρίτης σκότωσαν 193 ανθρώπους. Τον Ιούλιο του 2005 τέσσερις βομβιστές αυτοκτονίας χτύπησαν το δίκτυο μεταφορών του Λονδίνου. Ακολούθησαν χρόνια διαφορετικών μορφών τζιχαντιστικής βίας, με αποκορύφωμα για την Ευρώπη το κύμα επιθέσεων του ISIS: το Παρίσι και το Bataclan τον Νοέμβριο του 2015, οι Βρυξέλλες το 2016, η Νίκαια και μια σειρά μικρότερων αλλά εξαιρετικά θανατηφόρων χτυπημάτων.
Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών άλλαξαν, οι λίστες επιβατών και η ανταλλαγή δεδομένων απέκτησαν άλλη σημασία, η φύλαξη συνόρων και οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες έγιναν αυστηρότερες. Οι ξένοι μαχητές που ταξίδεψαν στη Συρία μετά το 2011 δημιούργησαν μία επιπλέον απειλή επιστροφής στην Ευρώπη. Και η τρομοκρατία μπήκε βαθιά στην πολιτική συζήτηση για τη μετανάστευση, το Ισλάμ, την ένταξη και την ασφάλεια, σε βαθμό που εξακολουθεί να επηρεάζει ευρωπαϊκές εκλογές ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα.
Η γραμμή από την 11η Σεπτεμβρίου στο Bataclan δεν είναι ευθεία. Το ISIS δεν ήταν η Αλ Κάιντα του 2001 και η ευρωπαϊκή ριζοσπαστικοποίηση είχε δικές της κοινωνικές και πολιτικές ρίζες. Πρόκειται όμως για την ίδια μεγάλη ιστορική περίοδο μέσα στην οποία η τρομοκρατία μετατράπηκε από ένα ζήτημα ασφαλείας σε παράγοντα που μπορούσε να μετακινήσει ολόκληρη την πολιτική συζήτηση μιας χώρας.
Η ακραία ασφάλεια έγινε καθημερινότητα
Πριν από την 11η Σεπτεμβρίου ένας επιβάτης μπορούσε να φτάσει στο αεροδρόμιο λίγο πριν από την πτήση του, οι έλεγχοι πραγματοποιούνταν στις ΗΠΑ από ιδιωτικές εταιρείες και η ιδέα ενός αεροπειρατή ήταν συνδεδεμένη περισσότερο με την ομηρία και τη διαπραγμάτευση παρά με την δολοφονική χρήση του αεροσκάφους.
Δύο μήνες μετά τις επιθέσεις δημιουργήθηκε η Transportation Security Administration – TSA. Το 2003 άρχισε να λειτουργεί το Department of Homeland Security, στο οποίο ενσωματώθηκαν 22 διαφορετικές υπηρεσίες και οργανισμοί. Το 2004, οι μεταρρυθμίσεις στις υπηρεσίες πληροφοριών οδήγησαν στη δημιουργία του Director of National Intelligence και στην ενίσχυση του National Counterterrorism Center, με βασικό στόχο να μην επαναληφθεί η αποτυχία ανταλλαγής πληροφοριών που είχε προηγηθεί της 11ης Σεπτεμβρίου.
Οι πόρτες των cockpit ενισχύθηκαν. Οι έλεγχοι αποσκευών έγιναν καθολικοί. Τα υγρά στις χειραποσκευές, τα παπούτσια στους ελέγχους, οι λίστες απαγόρευσης πτήσεων, τα βιομετρικά δεδομένα και η πολύ στενότερη παρακολούθηση των διεθνών ταξιδιών έγιναν μέρος μιας νέας κανονικότητας. Μια γενιά που γεννήθηκε μετά το 2001 δεν γνωρίζει καν ότι υπήρχε διαφορετικός τρόπος αεροπορικού ταξιδιού. Η αλλαγή όμως δεν σταμάτησε στις ουρές των αεροδρομίων.
Patriot Act, παρακολουθήσεις και το τίμημα της ασφάλειας
Στις 26 Οκτωβρίου 2001, μόλις 45 ημέρες μετά τις επιθέσεις, ο Τζορτζ Μπους υπέγραψε τον USA PATRIOT Act. Ο νόμος διεύρυνε σημαντικά τις δυνατότητες των ομοσπονδιακών υπηρεσιών σε έρευνες, συλλογή πληροφοριών, παρακολουθήσεις και οικονομικές έρευνες που συνδέονταν με την τρομοκρατία. Από εκεί γεννήθηκε μια συζήτηση που δεν έχει τελειώσει. Πόση ιδιωτικότητα είναι μια κοινωνία διατεθειμένη να παραχωρήσει για περισσότερη ασφάλεια; Ποιος ελέγχει εκείνους που παρακολουθούν; Πότε μια έκτακτη εξουσία που δημιουργείται για μια έκτακτη απειλή γίνεται μόνιμο εργαλείο του κράτους; Η περίοδος μετά την 11η Σεπτεμβρίου έφερε το Γκουαντάναμο, τις μυστικές φυλακές της CIA, τις «ενισχυμένες ανακριτικές τεχνικές», τις έκτακτες μεταγωγές κρατουμένων και αργότερα τις αποκαλύψεις για τη μαζική συλλογή τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Η Αμερική απέκτησε πολύ μεγαλύτερη ικανότητα να εντοπίζει και να σταματά τρομοκρατικά δίκτυα. Ταυτόχρονα δημιούργησε νομικά και ηθικά προηγούμενα που προκάλεσαν σφοδρή κριτική εντός και εκτός της χώρας. Το ίδιο το πρόγραμμα Costs of War του Brown University εντάσσει τη διάβρωση πολιτικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μακροχρόνια κόστη της μετα-11ης Σεπτεμβρίου περιόδου.
Ο πόλεμος έγινε μακρινός, αθέατος και ψηφιακός
Η 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο η Αμερική πολεμά. Οι μεγάλες χερσαίες εισβολές στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ ακολούθησε σταδιακά ένα διαφορετικό μοντέλο: ειδικές δυνάμεις, υπηρεσίες πληροφοριών, επιχειρήσεις ακριβείας και κυρίως μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Τα οπλισμένα drones μετατράπηκαν σε βασικό εργαλείο της αμερικανικής αντιτρομοκρατίας στο Πακιστάν, στην Υεμένη, στη Σομαλία και αλλού.
Επί Μπαράκ Ομπάμα η χρήση στοχευμένων πληγμάτων αυξήθηκε κατακόρυφα και η δυνατότητα ενός Προέδρου να εγκρίνει την εξόντωση ενός υπόπτου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, χωρίς να υπάρχει συμβατικό πεδίο μάχης, δημιούργησε μια νέα κατηγορία πολέμου. Σήμερα αυτή η τεχνολογική επανάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από την αντιτρομοκρατία. Τα drones που αναπτύχθηκαν ως εργαλείο παρακολούθησης και στοχευμένης εξόντωσης είναι πλέον μαζικό όπλο στα πεδία της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής. Η τεχνολογία έχει περάσει από το Predator και τον πύραυλο Hellfire στα φθηνά FPV, στα σμήνη, στα περιφερόμενα πυρομαχικά και στα μη επανδρωμένα θαλάσσια μέσα. Ο πόλεμος που ξεκίνησε ως κυνήγι μιας τρομοκρατικής οργάνωσης βοήθησε να επιταχυνθεί μια τεχνολογική μετάβαση που σήμερα χρησιμοποιείται σε συγκρούσεις ανάμεσα σε κράτη.
Ο ανθρώπινος και οικονομικός «λογαριασμός»
Οι αριθμοί δεν μπορούν να αποδώσουν μόνοι τους το αποτέλεσμα μιας εικοσιπενταετίας, αλλά δείχνουν την κλίμακα. Το Costs of War του Brown University υπολογίζει ότι οι αμερικανικές δαπάνες και μελλοντικές υποχρεώσεις που συνδέονται με τους μετα-11ης Σεπτεμβρίου πολέμους φτάνουν περίπου τα 8 τρισ. δολάρια. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η εσωτερική ασφάλεια, οι τόκοι του δανεισμού και οι μακροχρόνιες δαπάνες περίθαλψης των βετεράνων. Μόνο οι μελλοντικές δαπάνες για τους βετεράνους εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 2,2 έως 2,5 τρισ. δολάρια μέχρι το 2050.
Το ίδιο ερευνητικό πρόγραμμα υπολογίζει σε περισσότερους από 940.000 τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν άμεσα στη βία των πολέμων μετά την 11η Σεπτεμβρίου σε Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία, Υεμένη, Πακιστάν και άλλα μέτωπα, από τους οποίους περισσότεροι από 432.000 ήταν άμαχοι. Όταν προσμετρώνται θάνατοι που συνδέονται έμμεσα με την καταστροφή συστημάτων υγείας, υποδομών και οικονομιών, η εκτίμησή του ανεβαίνει στα 4,5 έως 4,7 εκατομμύρια. Περίπου 38 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στις χώρες που εντάσσονται σε αυτή την αποτίμηση. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν εκτιμήσεις με συγκεκριμένη μεθοδολογία και δεν σημαίνουν ότι κάθε ένας από αυτούς τους θανάτους «προκλήθηκε από την 11η Σεπτεμβρίου». Δείχνουν όμως πόσο μακριά έφτασε ο κύκλος των πολέμων που ακολούθησε.
Περισσότεροι από 7.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν σε αυτούς τους πολέμους. Πολύ περισσότεροι επέστρεψαν με μόνιμες αναπηρίες ή ψυχικά τραύματα. Σύμφωνα με το Brown, οι αυτοκτονίες μεταξύ στρατιωτικών και βετεράνων της μετα-11ης Σεπτεμβρίου γενιάς έχουν προκαλέσει τουλάχιστον τετραπλάσιους θανάτους από εκείνους που σημειώθηκαν σε μάχη.
Οι μουσουλμάνοι της Αμερικής και μια πληγή που δεν έκλεισε
Υπήρξε και ένα εσωτερικό κοινωνικό κόστος. Ο Τζορτζ Μπους είχε επισκεφθεί ισλαμικό κέντρο στην Ουάσιγκτον έξι ημέρες μετά τις επιθέσεις προσπαθώντας να διαχωρίσει το Ισλάμ από την Αλ Κάιντα. Όμως η καχυποψία απέναντι στους μουσουλμάνους έγινε μέρος της αμερικανικής πολιτικής ζωής και παρέμεινε πολύ μετά το τέλος της προεδρίας του. Τα στοιχεία που δημοσίευσε το Pew για την 25η επέτειο είναι χαρακτηριστικά. Τα περιστατικά εγκλημάτων μίσους κατά μουσουλμάνων που καταγράφηκαν από το FBI αυξήθηκαν από 28 το 2000 σε 481 το 2001 και έκτοτε δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ της 11ης Σεπτεμβρίου επίπεδα. Το 2026, το 51% των Αμερικανών δηλώνει ότι θεωρεί πως το Ισλάμ ενθαρρύνει περισσότερο τη βία από άλλες θρησκείες· τον Μάρτιο του 2002 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 25%.
Η ίδια περίοδος, ωστόσο, έφερε και μία διαφορετική εξέλιξη. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός των ΗΠΑ έχει υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με τις πρώτες εκτιμήσεις του Pew, αριθμεί σήμερα περίπου 5,5 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει πολύ μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική παρουσία. Η ιστορία των 25 χρόνων δεν είναι επομένως μόνο ιστορία φόβου και αποκλεισμού, αλλά και ενσωμάτωσης μιας κοινότητας που έζησε για μία ολόκληρη γενιά κάτω από τη σκιά της επίθεσης.
Ενώ η Αμερική κοιτούσε τη Μέση Ανατολή, η Κίνα άλλαζε τον κόσμο
Υπάρχει μία ημερολογιακή σύμπτωση που συνοψίζει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την αλλαγή των τελευταίων 25 ετών. Στις 11 Δεκεμβρίου 2001, ακριβώς τρεις μήνες μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, η Κίνα έγινε το 143ο μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν μεγάλο μέρος των επόμενων δύο δεκαετιών επικεντρωμένες στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στην τρομοκρατία και στη Μέση Ανατολή. Την ίδια περίοδο η Κίνα ενσωματωνόταν με πρωτοφανή ταχύτητα στην παγκόσμια οικονομία, οικοδομούσε βιομηχανική βάση, τεχνολογικές δυνατότητες και στρατιωτική ισχύ και μετατρεπόταν στον μοναδικό ανταγωνιστή που θα μπορούσε πραγματικά να αμφισβητήσει μακροπρόθεσμα την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.
Δεν υπάρχει σοβαρός τρόπος να αποδειχθεί ότι η άνοδος της Κίνας συνέβη «επειδή» η Αμερική πολεμούσε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Θα είχε υπάρξει έτσι κι αλλιώς. Υπήρξε όμως ένα τεράστιο κόστος ευκαιρίας. Η Ουάσιγκτον χρειάστηκε περίπου μία δεκαετία μέχρι να μιλήσει συστηματικά για «pivot to Asia». Το 2011, όταν η κυβέρνηση Ομπάμα παρουσίαζε αυτή τη στροφή, οι αμερικανικές δυνάμεις βρίσκονταν ακόμη μαζικά στο Αφγανιστάν και μόλις αποχωρούσαν από το Ιράκ.
Το 2026, η αμερικανική συζήτηση για την εθνική ασφάλεια είναι σχεδόν ανεστραμμένη σε σχέση με εκείνη του 2001. Η τρομοκρατία παραμένει απειλή, αλλά οι υπηρεσίες και το Πεντάγωνο έχουν πλέον μπροστά τους την Κίνα, τη Ρωσία, το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα, κυβερνοεπιθέσεις, υπερηχητικά όπλα, τεχνητή νοημοσύνη, διαστημικά συστήματα και μια επιστροφή του ανταγωνισμού ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Η πρόσφατη κατάθεση του CSIS στο Κογκρέσο για τα 25 χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: το κέντρο βάρους έχει φύγει από έναν μη κρατικό εχθρό που κρυβόταν σε σπηλιές του Αφγανιστάν και έχει επιστρέψει σε κράτη με πυρηνικά, στόλους, δορυφόρους και βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας.
Το τέλος της αμερικανικής αθωότητας – όχι το τέλος της τρομοκρατίας
Η Αλ Κάιντα απέτυχε σε έναν από τους βασικούς επιχειρησιακούς της στόχους. Δεν κατάφερε να επαναλάβει επίθεση αντίστοιχης κλίμακας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο μηχανισμός αντιτρομοκρατίας που δημιουργήθηκε μετά το 2001 έγινε εξαιρετικά αποτελεσματικότερος στην αναγνώριση δικτύων, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στην αποτροπή σύνθετων επιχειρήσεων.
Αλλά η τρομοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Άλλαξε μορφή. Οι μεγάλες, κεντρικά σχεδιασμένες επιθέσεις της Αλ Κάιντα έδωσαν σε μεγάλο βαθμό τη θέση τους σε αποκεντρωμένα δίκτυα, παρακλάδια, «μοναχικούς λύκους», διαδικτυακή ριζοσπαστικοποίηση και οργανώσεις που μπορούν να στρατολογούν από μία οθόνη κινητού τηλεφώνου. Το έδαφος στο οποίο γίνεται η στρατολόγηση δεν είναι πια μόνο ένα στρατόπεδο στο Αφγανιστάν· μπορεί να είναι μια κρυπτογραφημένη συνομιλία στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ. Κι αν κάτι απέδειξαν τα 25 χρόνια που πέρασαν, είναι ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να διαλύσει ένα στρατόπεδο, να καταλάβει μία πρωτεύουσα και να σκοτώσει έναν ηγέτη. Είναι πολύ δυσκολότερο να εξαλείψει την ιδέα που γεννά τον επόμενο.
Από τους Δίδυμους Πύργους στον κόσμο του 2026
Στις φωτογραφίες της 10ης Σεπτεμβρίου 2001 υπάρχει ένας κόσμος που μοιάζει παράξενα κοντινός και ταυτόχρονα εξαιρετικά μακρινός. Η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν συζητούσε ακόμη συνεργασία με τη Δύση. Η Κίνα ετοιμαζόταν να μπει στον ΠΟΕ. Το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν ήταν μια μακρινή χώρα που απασχολούσε ελάχιστους έξω από τους ειδικούς. Η χρήση drones σε πόλεμο βρισκόταν στα πρώτα της βήματα. Το ISIS δεν υπήρχε. Το Department of Homeland Security δεν υπήρχε. Η TSA δεν υπήρχε. Το Γκουαντάναμο ως φυλακή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» δεν υπήρχε. Κανείς δεν είχε περάσει από έλεγχο αεροδρομίου βγάζοντας τα παπούτσια του εξαιτίας ενός τρομοκράτη. Και κυρίως, η Αμερική δεν είχε ακόμη ανακαλύψει τα όρια της δικής της δύναμης. Η 11η Σεπτεμβρίου προκάλεσε αρχικά μία πρωτοφανή επίδειξη αμερικανικής ισχύος. Είκοσι χρόνια μετά, η τελευταία αμερικανική στρατιωτική πτήση έφευγε από την Καμπούλ και οι Ταλιμπάν βρίσκονταν ξανά στην εξουσία. Στο μεταξύ, το Ιράκ είχε ανατραπεί και ξαναχτιστεί μέσα από πόλεμο, η Αλ Κάιντα είχε αποδυναμωθεί αλλά ο τζιχαντισμός είχε αποκτήσει δεκάδες νέες εκφράσεις, το ISIS είχε καταλάβει εδάφη δύο κρατών, η Ευρώπη είχε γνωρίσει τη Μαδρίτη, το Λονδίνο, το Bataclan και τις Βρυξέλλες, και η Κίνα είχε μετατραπεί στον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή της Ουάσιγκτον.
Αυτό είναι ίσως το πραγματικό μέτρο της 11ης Σεπτεμβρίου, 25 χρόνια αργότερα. Όχι μόνο οι 102 λεπτές της επίθεσης. Ούτε μόνο οι 2.977 άνθρωποι που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους. Είναι τα 25 χρόνια που ακολούθησαν. Ένας ολόκληρος κόσμος που έμαθε να περνά από ανιχνευτές, να ζει με κάμερες και λίστες παρακολούθησης, να βλέπει πολέμους μέσω εικόνων από drones και να συζητά ξανά για σύνορα, ταυτότητα, φόβο και ασφάλεια. Μια Αμερική που ξεκίνησε τον αιώνα χωρίς ισάξιο αντίπαλο, πέρασε δύο δεκαετίες κυνηγώντας έναν εχθρό χωρίς κράτος και φτάνει στην 25η επέτειο αντιμέτωπη ξανά με κράτη που μπορούν να αμφισβητήσουν την ισχύ της. Οι Δίδυμοι Πύργοι έπεσαν μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες. Η σκιά τους χρειάστηκε ένα τέταρτο του αιώνα για να φτάσει ως εδώ. Πηγή: Protothema.gr











