Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) παρακολουθεί στενά την αύξηση των ανθρώπινων κρουσμάτων της βακτηριακής λοίμωξης που προκαλεί το Dermatophilus congolensis, καθώς ολοένα και περισσότερες περιπτώσεις καταγράφονται σε άτομα χωρίς ιστορικό επαφής με ζώα, γεγονός που ενισχύει τις υποψίες για πιθανή μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω στενής δερματικής επαφής.
Το συγκεκριμένο βακτήριο είναι γνωστό ότι προκαλεί τη δερματοφίλωση, μια λοίμωξη που προσβάλλει κυρίως βοοειδή και άλλα ζώα, ενώ μέχρι πρόσφατα τα ανθρώπινα περιστατικά θεωρούνταν εξαιρετικά σπάνια και σχετίζονταν σχεδόν αποκλειστικά με επαγγελματική ή άμεση επαφή με μολυσμένα ζώα.
Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια έχουν καταγραφεί δεκάδες περιστατικά σε ευρωπαϊκές χώρες χωρίς να προκύπτει τέτοια έκθεση, οδηγώντας τις υγειονομικές αρχές σε περαιτέρω διερεύνηση των πιθανών οδών μετάδοσης.
Η νόσος εκδηλώνεται κυρίως με δερματικές βλάβες, όπως εξανθήματα, φλύκταινες, ερεθισμούς, λέπια και κνησμό, συνήθως στα γεννητικά όργανα, στο πρόσωπο ή σε άλλα σημεία του σώματος που έρχονται σε στενή επαφή με το δέρμα άλλων ανθρώπων. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ήπια κλινική εικόνα, αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με κοινά αντιβιοτικά και μέχρι στιγμής δεν έχουν αναφερθεί σοβαρές επιπλοκές ή θάνατοι.
Σύμφωνα με την ταχεία αξιολόγηση κινδύνου του ECDC, έχουν καταγραφεί δεκάδες επιβεβαιωμένα κρούσματα σε Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Σουηδία, Νορβηγία και Αυστρία. Η πλειονότητα των περιστατικών αφορά ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους και άλλους άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες, ενώ στη Νορβηγία ορισμένα κρούσματα συνδέθηκαν με δραστηριότητες πολεμικών τεχνών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η στενή δερματική επαφή ενδέχεται να αποτελεί παράγοντα μετάδοσης.
Το ECDC επισημαίνει ότι ο συνολικός κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό παραμένει πολύ χαμηλός, καθώς η νόσος εμφανίζει περιορισμένη εξάπλωση και ήπια συμπτωματολογία. Παράλληλα, τονίζει ότι ο κίνδυνος μπορεί να είναι αυξημένος για άτομα με πολλαπλές στενές σωματικές ή σεξουαλικές επαφές.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο καλεί τα κράτη-μέλη να συνεχίσουν τις επιδημιολογικές και μικροβιολογικές έρευνες, να ενισχύσουν την ενημέρωση των επαγγελματιών υγείας για την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία, καθώς και να εφαρμόσουν στοχευμένες δράσεις ενημέρωσης για τις ομάδες υψηλότερου κινδύνου, ιδιαίτερα ενόψει της αυξημένης κινητικότητας κατά τη θερινή περίοδο. Mε πληροφορίες από philenews











