Σαν σήμερα 29 Μαΐου 1453 ολοκληρώθηκε η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τα στρατεύματα του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄, έπειτα από πολιορκία 53 ημερών (6 Απριλίου – 29 Μαΐου), σηματοδοτώντας το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την απαρχή μιας νέας εποχής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το Βυζάντιο βρισκόταν ήδη σε βαθιά παρακμή. Η Άλωση από τους Σταυροφόρους το 1204, οι εμφύλιες διαμάχες, οι θρησκευτικές έριδες, η οικονομική εξάντληση και η συνεχής οθωμανική επέκταση είχαν περιορίσει την αυτοκρατορία σχεδόν αποκλειστικά στην Κωνσταντινούπολη και σε λίγες ακόμη περιοχές, όπως ο Μυστράς.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, προσπάθησε να εξασφαλίσει βοήθεια από τη Δύση, όμως η διαμάχη μεταξύ Ενωτικών και Ανθενωτικών δίχαζε την κοινωνία. Παρά τις εκκλήσεις προς τον Πάπα, η δυτική βοήθεια αποδείχθηκε περιορισμένη και ανεπαρκής.
Από την άλλη πλευρά, ο νεαρός σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ προετοίμασε συστηματικά την κατάληψη της Πόλης. Η ανέγερση του φρουρίου Ρούμελη Χισάρ στον Βόσπορο, η συγκέντρωση ισχυρού στρατού και στόλου, καθώς και η χρήση πρωτοποριακού πυροβολικού, έδωσαν στους Οθωμανούς καθοριστικό πλεονέκτημα.
Παρά την ηρωική άμυνα περίπου 7.000 υπερασπιστών απέναντι σε έναν πολλαπλάσιο στρατό, η κατάσταση έγινε κρίσιμη όταν οι Οθωμανοί κατάφεραν να μεταφέρουν περίπου 70 πλοία διά ξηράς στον Κεράτιο Κόλπο, παρακάμπτοντας την αλυσίδα που προστάτευε το λιμάνι της πόλης.
Τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου εξαπολύθηκε η τελική επίθεση. Μετά από σκληρές μάχες στα Θεοδοσιανά Τείχη, οι Οθωμανοί εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σκοτώθηκε μαχόμενος, αρνούμενος να εγκαταλείψει την πόλη. Ακολούθησαν λεηλασίες και αιχμαλωσίες χιλιάδων κατοίκων, ενώ το ίδιο βράδυ ο Μωάμεθ εισήλθε θριαμβευτικά στην Αγία Σοφία.
Η Άλωση θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Σήμανε το τέλος της χιλιόχρονης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την ανάδειξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε κυρίαρχη δύναμη της περιοχής και, για πολλούς ιστορικούς, αποτελεί το συμβολικό πέρασμα από τον Μεσαίωνα στη Νεότερη Εποχή.











