Καθώς η Ευρώπη προσπαθεί να ενισχύσει την ενεργειακή και βιομηχανική της ανεξαρτησία, στρέφει πλέον το βλέμμα της σε πόρους που μέχρι πρόσφατα έμεναν πλήρως ανεκμετάλλευτοι.

Η Ευρώπη βρίσκεται τα τελευταία χρόνιας σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών, με έντονες ζυμώσεις να λαμβάνουν χώρα σε κομβικούς τομείς της οικονομίας, όπως η ενέργεια, η τεχνολογία άλλα και η αυτοκινητοβιομηχανία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαδικασία της ανακύκλωσης έχει βρεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής, καθώς πλέον στρέφεται σε υλικά υψηλής αξίας που βρίσκονται κρυμμένα σε ηλεκτρονικές συσκευές, μπαταρίες και βιομηχανικά απόβλητα, τα οποία μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν στον τομέα της βιομηχανίας αντί να χαθούν οριστικά.

Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να επενδύει όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη τεχνολογιών ανάκτησης κρίσιμων πρώτων υλών, θέλοντας να εξασφαλίσει τα απαραίτητα υλικά για την παραγωγή νέων μπαταριών ηλεκτρικών αυτοκινήτων, συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκεται το πρόγραμμα FutuRaM (Future Availability of Secondary Raw Materials), ένα ευρωπαϊκό ερευνητικό έργο που χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα Horizon Europe, που έχει ως μέλημα την εξασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών μέσω της αξιοποίησης απορριμμάτων, βιομηχανικών καταλοίπων, παλαιών προϊόντων και εγκαταστάσεων που έχουν πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, εφόσον η Ευρώπη καταφέρει να αξιοποιήσει αποτελεσματικά αυτές τις πηγές, θα μπορούσε να ανακτήσει από 4,1 έως 5,7 εκατομμύρια τόνους κρίσιμων πρώτων υλών μέχρι το 2050.

Παράλληλα, θα περιοριστεί σημαντικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα που συνδέεται με την εξόρυξη και επεξεργασία νέων υλικών για την κατασκευή μπαταριών και άλλων τεχνολογικών προϊόντων.

Οι πρώτες ύλες αυτές αναμένεται να προέρχονται από μια ευρεία γκάμα πηγών, όπως παλιές μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, αυτοκίνητα που αποσύρονται, απόβλητα κατασκευών και κατεδαφίσεων, καθώς και χρησιμοποιημένες ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές.

Η Ευρώπη συγκαταλέγεται άλλωστε στις περιοχές που έχουν επενδύσει συστηματικά στην ανακύκλωση, ωστόσο το συγκεκριμένο εγχείρημα θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς, σύμφωνα με τις προβλέψεις, οι κρίσιμες πρώτες ύλες που βρίσκονται στα υπάρχοντα απόβλητα θα μπορούσαν να καλύψουν έως και το 56% της ευρωπαϊκής ζήτησης μέχρι το 2050, μειώνοντας σημαντικά την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές όπως η Κίνα.

Ανάμεσα στα πολύτιμα υλικά που μπορούν να ανακτηθούν περιλαμβάνονται το λίθιο, το κοβάλτιο, το νικέλιο, το αλουμίνιο και άλλα στρατηγικής σημασίας μέταλλα, τα οποία βρίσκονται ήδη ενσωματωμένα σε εκατομμύρια προϊόντα που χρησιμοποιούμε καθημερινά ή έχουν καταλήξει σε χώρους υγειονομικής ταφής.

Τα περιβαλλοντικά οφέλη εκτιμώνται επίσης ως ιδιαίτερα σημαντικά. Σύμφωνα με τα σενάρια του προγράμματος, η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση εκπομπών έως και 273 εκατομμυρίων τόνων ισοδύναμου CO2 μέχρι το 2050, ποσότητα που προσεγγίζει τις ετήσιες εκπομπές μιας μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκής χώρας.

Παράλληλα, οι προβλέψεις δείχνουν θεαματική αύξηση στις δυνατότητες ανάκτησης κρίσιμων μετάλλων τις επόμενες δεκαετίες. Η ανάκτηση λιθίου, που σήμερα υπολογίζεται σε λιγότερους από 1.000 τόνους ετησίως, θα μπορούσε να φτάσει μεταξύ 30.000 και 52.000 τόνων έως το 2050.

Αντίστοιχα, η ανάκτηση νικελίου εκτιμάται ότι θα αγγίξει τους 171.000 τόνους ετησίως, του κοβαλτίου τους 40.000 τόνους, ενώ του αλουμινίου θα μπορούσε να ξεπεράσει τους 3,5 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο (τα συγκεκριμένα υλικά μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα στην κατασκευή ηλεκτρικών αυτοκινήτων). πηγή: carandmotor