Τα αποτελέσματα της έρευνας του Διεθνούς Προγράμματος για την Αξιολόγηση των Μαθητών και Μαθητριών (PISA) και οι συγκεκριμένες αλλαγές που προωθούνται στο εκπαιδευτικό σύστημα με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της μάθησης παρουσιάστηκαν σήμερα σε συνέντευξη Τύπου του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ).

Κατά την παρουσίαση επισημάνθηκε ότι τα αποτελέσματα καταγράφουν αδυναμίες και επιβεβαιώνουν την ανάγκη συνέχισης της μεταρρυθμιστικής πολιτικής που υλοποιείται. Παράλληλα, καταγράφεται σταθερότητα, ενώ προκύπτουν και θετικά ευρήματα, ιδιαίτερα σε σχέση με την εκπαιδευτική ανθεκτικότητα μαθητών και μαθητριών χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου.

Η Υπουργός Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας δρ Αθηνά Μιχαηλίδου υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα αντιμετωπίζονται με πλήρη διαφάνεια και αξιοποιούνται ως ένα σημαντικό εργαλείο για τον σχεδιασμό και την εξέλιξη της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Το Πρόγραμμα PISA διοργανώνεται κάθε τριετία από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και στοχεύει στην αξιολόγηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών. Αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές έρευνες στον χώρο της εκπαίδευσης. Επικεντρώνεται στην αξιολόγηση του γραμματισμού δεκαπεντάχρονων μαθητών/μαθητριών σε τρία γνωστικά πεδία: τα Μαθηματικά, τις Φυσικές Επιστήμες και την Κατανόηση Κειμένου. Στην έρευνα PISA 2025, στην οποία συμμετείχαν συνολικά 91 χώρες και οικονομίες (με περίπου 762.000 μαθητές/μαθήτριες), το υπό έμφαση γνωστικό πεδίο ήταν οι Φυσικές Επιστήμες.

Η Κύπρος συμμετείχε στο Πρόγραμμα για πέμπτη φορά. Την υλοποίηση ανέλαβε –εκ μέρους του ΥΠΑΝ– το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης (ΚΕΕΑ) του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου. Η συλλογή δεδομένων έγινε την Άνοιξη του 2025, με την συμμετοχή 7.802 δεκαπεντάχρονων μαθητών/μαθητριών από 103 σχολεία, 75 δημόσια και 28 ιδιωτικά. Συγκεκριμένα χορηγήθηκαν: (α) ηλεκτρονικό δοκίμιο αξιολόγησης, το οποίο εξέτασε τον βαθμό, στον οποίο οι μαθητές/μαθήτριες μπορούν να εφαρμόσουν γνώσεις και δεξιότητες σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής, (β) ερωτηματολόγιο μαθητή/μαθήτριας, το οποίο συνέλεξε πληροφορίες για τα παιδιά, το οικογενειακό τους περιβάλλον, τα σχολεία τους, καθώς και τις στάσεις και αντιλήψεις τους για τις Φυσικές Επιστήμες, και (γ) ερωτηματολόγιο σχολείου, μέσα από το οποίο συνελέγησαν στοιχεία ως προς τα χαρακτηριστικά του σχολείου και τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε σχέση με διάφορα εκπαιδευτικά θέματα.

Ο μέσος όρος των μαθητών/μαθητριών της Κύπρου είναι 411 στις Φυσικές Επιστήμες, 412 στα Μαθηματικά, και 379 στην Κατανόηση Κειμένου, επιδόσεις στατιστικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Φυσικές Επιστήμες 481, Μαθηματικά 463, Κατανόηση Κειμένου 459) και του ΟΟΣΑ (Φυσικές Επιστήμες 482, Μαθηματικά 463, Κατανόηση Κειμένου 461). Σε σχέση με την προηγούμενη συμμετοχή της χώρας μας στο Πρόγραμμα (2022), οι επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου παραμένουν σταθερές, ενώ στα Μαθηματικά παρατηρείται μικρή πτώση 6 μονάδων. Πτωτική τάση στις επιδόσεις παρατηρείται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (Μαθηματικά και Κατανόηση Κειμένου 9 μονάδες) και στις χώρες του ΟΟΣΑ (Μαθηματικά 9 μονάδες, Κατανόηση Κειμένου 15 μονάδες).

Ως προς το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, προκύπτουν ενδιαφέρουσες και ενθαρρυντικές διαπιστώσεις. Το ποσοστό των ανθεκτικών μαθητών/μαθητριών στην Κύπρο, που ενώ έχουν χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, η επίδοσή τους περιλαμβάνεται στο ανώτερο 25% των μαθητών/μαθητριών της χώρας, είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των χωρών της ΕΕ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2025 στην Κύπρο σε σχέση με το 2022, τόσο το ποσοστό των ανθεκτικών μαθητών/μαθητριών, όσο και οι επιδόσεις των μαθητών/μαθητριών με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο έχουν βελτιωθεί σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα.

Το ΥΠΑΝ αξιοποιεί όλα τα δεδομένα της έρευνας, με στόχο τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Με τη συστηματικότερη και διαχρονική παρουσία της Κύπρου σε διεθνή προγράμματα, όπως το PISA, θα επιτευχθεί στενότερη διασύνδεση μεταξύ της εκπαιδευτικής έρευνας και της εκπαιδευτικής πολιτικής, έτσι ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται να βασίζονται σε τεκμηριωμένα ερευνητικά δεδομένα.

Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την ανάγκη να γίνουν ουσιαστικές τομές στο σύστημα. Η αξιοποίηση της έρευνας και των δεδομένων, η συνεχής αξιολόγηση και η αποφασιστική προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Κεντρικό ζητούμενο παραμένει η ποιότητα της μάθησης και η περαιτέρω ενίσχυση της ικανότητας των παιδιών να αξιοποιούν τη γνώση, να σκέφτονται κριτικά, να επιλύουν προβλήματα και να ανταποκρίνονται σε πραγματικές καταστάσεις.

«Τα αποτελέσματα μιας αξιολόγησης διεθνούς εμβέλειας αποκτούν πραγματική αξία όταν μετατρέπονται σε αποφάσεις και αλλαγές μέσα στην τάξη. Και έτσι ακριβώς τα αξιοποιούμε. Ως ένα από τα εργαλεία μας στον σχεδιασμό αλλά και στο περιεχόμενο της μεταρρύθμισης», σημείωσε η Υπουργός. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η κατεύθυνση των αλλαγών είναι συγκεκριμένη και αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά διδάσκονται, μαθαίνουν και αξιολογούνται.