Της Αγγέλας Κωμοδρόμου
Η μετάβαση προς έναν κόσμο χωρίς συμβατικό τσιγάρο δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό σενάριο, αλλά μια στρατηγική επιλογή που υιοθετούν ολοένα και περισσότεροι φορείς της επιστήμης, της δημόσιας υγείας και της βιομηχανίας. Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρέθηκε το Technovation Smoke-Free 2026 της Philip Morris International (PMI), το οποίο πραγματοποιήθηκε φέτος για πρώτη φορά εκτός Ελβετίας, στη Στοκχόλμη.
Η επιλογή της σουηδικής πρωτεύουσας δεν ήταν τυχαία. Η Σουηδία αποτελεί σήμερα το πιο χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα δραστικής μείωσης του καπνίσματος, έχοντας ήδη προσεγγίσει το όριο του 5% των καπνιστών που έχει θέσει ως στόχο η Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2040. Μέσα από αυτόν τον συμβολισμό, η PMI επιχείρησε να αναδείξει τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η τεχνολογική καινοτομία και η επιστημονική έρευνα στην επιτάχυνση της μετάβασης σε εναλλακτικές λύσεις για τους ενήλικες καπνιστές, υποστηρίζοντας ότι η δημόσια πολιτική οφείλει να προσαρμοστεί στα νέα επιστημονικά δεδομένα και στις δυνατότητες που προσφέρουν τα προϊόντα χωρίς καύση.
Με τη συμμετοχή επιστημόνων, ερευνητών, ειδικών δημόσιας υγείας και εκπροσώπων της βιομηχανίας από όλο τον κόσμο, το συνέδριο ανέδειξε μια κοινή θέση ότι η αντιμετώπιση όλων των προϊόντων νικοτίνης με τον ίδιο τρόπο δεν αντανακλά πλέον τις τεχνολογικές εξελίξεις ούτε τη σύγχρονη επιστημονική γνώση γύρω από τη μείωση της βλάβης.
Στα πλαίσια του συνεδρίου ο Karl Fagerström, Professor Emeritus and Tobacco Harm Reduction Expert και η Agnieszka Wyszynska-Szulc, Regulatory, Product & ESG Policy της PMI, υποστήριξαν πως η Ευρώπη δεν πρόκειται να πετύχει τον στόχο της για μια «γενιά χωρίς καπνό» εάν συνεχίσει να βασίζεται αποκλειστικά στις παραδοσιακές πολιτικές ελέγχου του καπνού και νικοτίνης, υποστηρίζοντας ότι η μείωση της βλάβης (harm reduction) πρέπει να αποτελέσει βασικό συμπλήρωμα των υφιστάμενων αντικαπνιστικών πολιτικών.
Η Ε.Ε κινείται με υπερβολικά αργούς ρυθμούς
Μιλώντας με τον Karl Fagerström, αυτός αναφέρθηκε στην πορεία της Ευρώπης προς ένα μέλλον χωρίς τσιγάρο, υπογραμμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται με υπερβολικά αργούς ρυθμούς για την επίτευξη των στόχων δημόσιας υγείας και ότι θα πρέπει να υιοθετήσει στρατηγικές μείωσης της βλάβης (harm reduction), εάν επιθυμεί να περιορίσει ουσιαστικά τους θανάτους που σχετίζονται με το κάπνισμα.
Ερωτηθείς κατά πόσο η Ευρώπη κινείται αρκετά γρήγορα προς ένα μέλλον χωρίς τσιγάρο, ήταν κατηγορηματικός: «Όχι, καθόλου». Όπως ανέφερε, η μείωση των ποσοστών καπνίσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς και, εάν συνεχιστεί η ίδια τάση, η ΕΕ δύσκολα θα πετύχει τον στόχο της για μείωση του ποσοστού των καπνιστών στο 5% έως το 2040. Λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό της Ένωσης, εκτίμησε ότι οι θάνατοι που συνδέονται με το κάπνισμα θα συνεχίσουν να ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ετησίως, οδηγώντας σε «πολλά εκατομμύρια θανάτους» μέχρι το 2040, εκτός εάν αλλάξει η πολιτική προσέγγιση.
Σύμφωνα με τον Fagerström, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης αλλά η ποιότητα της πληροφόρησης που φτάνει στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Υποστήριξε ότι ειδικοί με βαθιά γνώση της μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα συχνά αποκλείονται από τις δημόσιες συζητήσεις εξαιτίας προηγούμενων σχέσεών τους με τη βιομηχανία καπνού. Ως αποτέλεσμα, πολιτικοί και δημόσιοι λειτουργοί ενδέχεται να μην έχουν πρόσβαση στην πιο ισορροπημένη επιστημονική τεκμηρίωση.
Ο ίδιος επισήμανε επίσης αυτό που θεωρεί ασυνέπεια στη διεθνή ρύθμιση των προϊόντων καπνού και νικοτίνης, αναφερόμενος στη διαφορετική αντιμετώπιση του σουηδικού snus από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) αναγνώρισε το σουηδικό snus ως προϊόν καπνού τροποποιημένου κινδύνου, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε να το απαγορεύσει. «Πώς είναι δυνατόν δύο επιστημονικοί οργανισμοί να καταλήγουν σε τόσο διαφορετικά συμπεράσματα;» διερωτήθηκε, υποστηρίζοντας ότι αυτή η απόκλιση δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από την επιστήμη.
Ο Karl Fagerström τάχθηκε υπέρ μιας πιο φιλόδοξης πολιτικής για τον έλεγχο του καπνίσματος, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στην εξάλειψη των συμβατικών τσιγάρων, προσφέροντας παράλληλα στους καπνιστές δυνητικά λιγότερο επιβλαβείς εναλλακτικές επιλογές. «Αν κάτι πρέπει να απαγορευτεί, αυτό είναι τα τσιγάρα», δήλωσε. Όπως εξήγησε, σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι καπνιστές ουσιαστικά άκουγαν το μήνυμα «ή σταματάς ή πεθαίνεις», σήμερα υπάρχουν εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης που μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν επιθυμούν να σταματήσουν να καπνίζουν, να απομακρυνθούν από το κάπνισμα.
Αναφερόμενος σε διεθνή παραδείγματα, σημείωσε ότι η ευρεία χρήση του snus στη Σουηδία συνέπεσε με σημαντική μείωση του καπνίσματος, ενώ τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού έχουν κερδίσει έδαφος στην Ιαπωνία και τα προϊόντα ατμίσματος έχουν διαδραματίσει αντίστοιχο ρόλο σε χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την άποψή του, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να συνδυάζουν τους περιορισμούς στο κάπνισμα με κίνητρα για μετάβαση σε δυνητικά λιγότερο επιβλαβή προϊόντα, χρησιμοποιώντας όχι μόνο «το μαστίγιο», αλλά και «τις ευκαιρίες και το καρότο».
Αναφερόμενος στις ανησυχίες για το παράνομο εμπόριο, ο Fagerström αναγνώρισε ότι η απαγόρευση προϊόντων αναπόφευκτα δημιουργεί παράλληλες παράνομες αγορές. Ωστόσο, υποστήριξε ότι σημαντικά οφέλη για τη δημόσια υγεία μπορούν να επιτευχθούν, εφόσον οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αποδεχθούν ότι πολλοί χρήστες θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν νικοτίνη μέσω προϊόντων μειωμένου κινδύνου.
Ο Karl Fagerström αμφισβήτησε επίσης ορισμένες διαδεδομένες αντιλήψεις σχετικά με την εξάρτηση από τη νικοτίνη. Αν και τόνισε ότι η νικοτίνη προκαλεί αναμφίβολα εξάρτηση, εξήγησε ότι η εξάρτηση από το κάπνισμα δεν οφείλεται μόνο στη φαρμακολογική δράση της νικοτίνης, αλλά και στις συμπεριφορικές και κοινωνικές συνήθειες που συνοδεύουν τη χρήση του τσιγάρου.
«Το τσιγάρο είναι το ιδανικό προϊόν για να προκαλεί εξάρτηση, τόσο από φαρμακολογική όσο και από συμπεριφορική άποψη», δήλωσε, περιγράφοντας πώς η ταχεία μεταφορά της νικοτίνης στον εγκέφαλο, σε συνδυασμό με τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις, όπως το άναμμα και το κάπνισμα του τσιγάρου, ενισχύουν τον εθισμό.
Ο Fagerström υποστήριξε ότι ο τομέας των προϊόντων καπνού και νικοτίνης προσφέρεται ιδανικά για την εφαρμογή πολιτικών μείωσης της βλάβης, καθώς η ουσία που αναζητούν οι χρήστες -η νικοτίνη- δεν αποτελεί την κύρια αιτία των ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα. «Ο τομέας των προϊόντων καπνού και νικοτίνης προσφέρεται ιδανικά για στρατηγικές μείωσης της βλάβης», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας αυτή τη διάκριση ως μια σημαντική ευκαιρία για τη δημόσια υγεία. Αντιπαρέβαλε μάλιστα τον καπνό με το αλκοόλ, όπου η ίδια η ουσία που αναζητούν οι καταναλωτές αποτελεί και την κύρια πηγή των βλαβών για την υγεία, γεγονός που καθιστά πολύ πιο δύσκολη την εφαρμογή αντίστοιχων πολιτικών μείωσης της βλάβης.

Απαραίτητος ο συνδυασμός διαφορετικών προσεγγίσεων
Η Agnieszka Wyszynska-Szulc υποστήριξε ότι η στρατηγική της μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα (tobacco harm reduction) θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα επιπλέον εργαλείο και όχι ως υποκατάστατο των παραδοσιακών πολιτικών ελέγχου του καπνίσματος. Όπως τόνισε, ο συνδυασμός διαφορετικών προσεγγίσεων είναι απαραίτητος για να επιταχυνθεί η μείωση των ποσοστών καπνίσματος στην Ευρώπη.
Ερωτηθείσα κατά πόσο η μείωση της βλάβης μπορεί να αντικαταστήσει τις συμβατικές πολιτικές ελέγχου του καπνίσματος, απάντησε ότι οι δύο προσεγγίσεις πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά. «Δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές πολιτικές ελέγχου του καπνίσματος. Αυτό που λειτουργεί είναι η συμπληρωματικότητα», ανέφερε. Σύμφωνα με την ίδια, τα προγράμματα πρόληψης και υποστήριξης για τη διακοπή του καπνίσματος εξακολουθούν να είναι σημαντικά για όσους επιθυμούν να διακόψουν πλήρως τη χρήση νικοτίνης, ενώ τα προϊόντα δυνητικά μειωμένου κινδύνου μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική επιλογή για όσους δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να διακόψουν τη χρήση της.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η διάθεση διαφορετικών επιλογών στους ενήλικους καπνιστές είναι κρίσιμη, καθώς κάθε κατηγορία προϊόντων απευθύνεται σε διαφορετικούς χρήστες. Αναφέρθηκε σε διεθνή παραδείγματα, σημειώνοντας ότι τα προϊόντα νικοτίνης για στοματική χρήση έχουν σημειώσει επιτυχία στη Σουηδία, τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού στην Ιαπωνία και τα προϊόντα ατμίσματος σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νέα Ζηλανδία. «Όσο περισσότερες επιλογές προσφέρονται στους ενήλικες καπνιστές, τόσο το καλύτερο», δήλωσε, εκτιμώντας ότι η μεγαλύτερη ποικιλία αυξάνει τις πιθανότητες οι καπνιστές να εγκαταλείψουν τα συμβατικά τσιγάρα.
Απαντώντας στο ερώτημα ποιο θεωρεί το μεγαλύτερο λάθος της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κάπνισμα, η Wyszynska-Szulc αναφέρθηκε στη συνεχιζόμενη απαγόρευση του snus στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επισήμανε ότι στη Σουηδία το ποσοστό των καθημερινών καπνιστών έχει μειωθεί περίπου στο 5%, έναντι περίπου 23% κατά μέσο όρο στην ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι η σουηδική εμπειρία καταδεικνύει τη δυναμική που μπορούν να έχουν τα εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα καπνικά προϊόντα.
Κατά την άποψή της, πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δυσκολεύονται να υιοθετήσουν νέες προσεγγίσεις, καθώς έχουν επενδύσει σημαντικό χρόνο και πόρους στις παραδοσιακές πολιτικές ελέγχου του καπνίσματος. Ως αποτέλεσμα, υποστήριξε ότι τα επιστημονικά δεδομένα που υποστηρίζουν τη μείωση της βλάβης συχνά παραβλέπονται. «Δεν θέλουν να παραδεχθούν ότι αυτό που προωθούσαν μέχρι σήμερα έχει φτάσει στα όριά του και ουσιαστικά δεν λειτουργεί πλέον», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, επικαλέστηκε παραδείγματα χωρών όπως η Φινλανδία και η Νέα Ζηλανδία, οι οποίες αναπροσάρμοσαν τις πολιτικές τους όταν οι μέχρι τότε στρατηγικές δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ειδικότερα για τη Νέα Ζηλανδία, σημείωσε ότι η νομιμοποίηση των προϊόντων ατμίσματος και των θερμαινόμενων προϊόντων καπνού συνέβαλε στην ταχύτερη μείωση της συχνότητας καπνίσματος. Αντίστοιχες τάσεις, όπως είπε, παρατηρήθηκαν και στην Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα εναλλακτικά προϊόντα βοήθησαν πολλούς καπνιστές να απομακρυνθούν από τα συμβατικά τσιγάρα.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στον ρόλο των καπνοβιομηχανιών στη μετάβαση προς προϊόντα χωρίς καύση. Απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο οι καταναλωτές μπορούν να εμπιστευθούν τη δέσμευση της βιομηχανίας για ένα μέλλον χωρίς τσιγάρο, η Agnieszka Wyszynska-Szulc δήλωσε ότι η PMI έχει λάβει στρατηγική απόφαση να επενδύσει στην ανάπτυξη και προώθηση δυνητικά λιγότερο επιβλαβών εναλλακτικών προϊόντων καπνού και νικοτίνης. Σημείωσε ότι το ποσοστό των εσόδων της εταιρείας από προϊόντα χωρίς καύση αυξάνεται συνεχώς, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η μετάβαση θα απαιτήσει χρόνο, δεδομένου ότι παγκοσμίως υπολογίζεται πως υπάρχουν περίπου ένα δισεκατομμύριο καπνιστές.
Υποστήριξε επίσης ότι η ρύθμιση της αγοράς διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ενθάρρυνση των καπνιστών να στραφούν σε εναλλακτικά προϊόντα. Όπως είπε, σε πολλές χώρες οι εναλλακτικές επιλογές χωρίς καύση εξακολουθούν να απαγορεύονται ή να υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς, γεγονός που περιορίζει τη διαθεσιμότητά τους και δυσχεραίνει την ενημέρωση των ενήλικων καπνιστών για τα δυνητικά οφέλη τους. Ως παραδείγματα ανέφερε την Ινδία, την Τουρκία και τη Βραζιλία, όπου τα προϊόντα αυτά δεν επιτρέπεται να πωλούνται, παρότι τα συμβατικά τσιγάρα κυκλοφορούν νόμιμα.
Η Wyszynska-Szulc άσκησε επίσης κριτική σε αυτό που χαρακτήρισε υπερβολικά περιοριστικές πολιτικές σε ορισμένες αγορές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γαλλία, όπου η υψηλή φορολογία, η τυποποιημένη συσκευασία και οι περιορισμοί στη διαφήμιση συνυπάρχουν με μια σημαντική παράνομη αγορά τσιγάρων. Προειδοποίησε ότι πρόσθετες απαγορεύσεις στα εναλλακτικά προϊόντα ενδέχεται να ωθήσουν τους καταναλωτές προς τα παράνομα δίκτυα διακίνησης.
Κεντρικό θέμα της συζήτησης αποτέλεσε και η ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης του κοινού για τις αιτίες των βλαβών που σχετίζονται με το κάπνισμα. Η Agnieszka Wyszynska-Szulc υποστήριξε ότι πολλοί εξακολουθούν να παρερμηνεύουν τον ρόλο της νικοτίνης. «Δεν είναι η νικοτίνη, είναι η καύση του καπνού που δημιουργεί τις τοξικές ουσίες που εισπνέονται στον οργανισμό», ανέφερε, ζητώντας μεγαλύτερη ενημέρωση των πολιτών γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα.
Αναφερόμενη στο μέλλον, περιέγραψε το διεθνές τοπίο ως ολοένα και πιο διχασμένο μεταξύ χωρών που υιοθετούν αυστηρότερες απαγορεύσεις και χωρών που επιλέγουν στρατηγικές μείωσης της βλάβης. Ως παραδείγματα χωρών που κινούνται προς τη ρύθμιση των εναλλακτικών προϊόντων νικοτίνης ανέφερε τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νέα Ζηλανδία, τη Σουηδία, την Κύπρο και την Ελλάδα, επισημαίνοντας πάντως ότι τα αντίστοιχα ρυθμιστικά πλαίσια εξακολουθούν να εξελίσσονται.
Κλείνοντας τη συζήτηση, η Wyszynska-Szulc κάλεσε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να υιοθετήσουν στοχευμένες και τεκμηριωμένες ρυθμίσεις αντί γενικευμένων απαγορεύσεων. Αναγνωρίζοντας ζητήματα όπως η χρήση προϊόντων καπνού και νικοτίνης από ανηλίκους, υποστήριξε ότι οι αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν τα αποτελέσματα και να προσαρμόζουν τις πολιτικές τους βάσει των στοιχείων, αντί να επιβάλλουν εξαρχής οριζόντιους περιορισμούς. Κατά την άποψή της, οι χώρες που είναι πρόθυμες να προσαρμόζουν τις πολιτικές τους με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν ουσιαστική μείωση του καπνίσματος και βελτίωση της δημόσιας υγείας.
PMI: Επένδυση $16 δις στην έρευνα και ανάπτυξη smoke-free προϊόντων
Τέλος να σημειωθεί ότι η PMI από το 2008 έχει επενδύσει περισσότερα από 16 δισ. δολάρια στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D) προϊόντων χωρίς καύση, στο πλαίσιο της στρατηγικής μετασχηματισμού της προς ένα «smoke-free» επιχειρηματικό μοντέλο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Technovation Smoke-Free 2026, περίπου 43,5 εκατ. ενήλικοι καταναλωτές χρησιμοποιούν σήμερα τις smoke-free εναλλακτικές της εταιρείας, ενώ σχεδόν το 70% αυτών έχει εγκαταλείψει το συμβατικό τσιγάρο. Παράλληλα, η PMI υποστηρίζει ότι περίπου το 41,5% των καθαρών εσόδων της προέρχεται πλέον από τη νέα αυτή στρατηγική, στοιχείο που, όπως επισημάνθηκε στο συνέδριο, αποτυπώνει τον ευρύτερο μετασχηματισμό του επιχειρηματικού της μοντέλου.











