Η Παγκύπρια Ένωση Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής διεξήγαγε Παγκύπρια έρευνα καταναλωτικής συμπεριφοράς σε συνεργασία με την εταιρεία Cypronetwork Ltd. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν από τον Πρόεδρο της Π.Ε.Κ.Ποι.Ζω, Δρ. Λουκά Αριστοδήμου και από τον Εκτελεστικό Πρόεδρο του Ομίλου Cypronetwork, κ. Χρίστο Μιχαηλίδη.
Στόχος της θεσμοθετημένης πλέον έρευνας ήταν η καταγραφή της οικονομικής κατάστασης των κυπριακών νοικοκυριών, η διερεύνηση των καταναλωτικών συνηθειών των πολιτών, καθώς και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων προστασίας των καταναλωτών από το κράτος και τις επιχειρήσεις. Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτυπώνουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα τα νοικοκυριά στην Κύπρο σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών και αυξημένου κόστους ζωής, καθώς και τις αλλαγές που πραγματοποιούν οι καταναλωτές στις καθημερινές τους οικονομικές επιλογές.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, η πλειονότητα των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τα εισοδήματά τους παραμένουν σταθερά. Συγκεκριμένα, δύο στα τρία νοικοκυριά (2:3) δηλώνουν ότι το εισόδημά τους το τελευταίο εξάμηνο παρέμεινε στα ίδια επίπεδα. Η σύγκριση μεταξύ αυξήσεων και μειώσεων του εισοδήματος δείχνει ότι υπάρχει μια μικρή υπεροχή των αυξήσεων έναντι των μειώσεων, γεγονός που υποδηλώνει μια περιορισμένη αλλά υπαρκτή βελτίωση για ένα μέρος των νοικοκυριών.
Παράλληλα, η έρευνα καταγράφει μια σαφή τριχοτόμηση της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, περίπου ένας στους τρεις πολίτες δηλώνει ότι το νοικοκυριό του περνά άνετα με το εισόδημα που διαθέτει. Την ίδια στιγμή, ποσοστό 34% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι το νοικοκυριό του μόλις που καταφέρνει να ανταποκριθεί στις καθημερινές οικονομικές του υποχρεώσεις, ενώ το 30% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες σε μικρό, αρκετό ή ακόμη και μεγάλο βαθμό. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια κοινωνία με διαφορετικά επίπεδα οικονομικής πίεσης και διαφορετικές δυνατότητες διαχείρισης του κόστους ζωής.
Σε ό,τι αφορά τις αγορές των νοικοκυριών, τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό των πολιτών έχει περιορίσει τις δαπάνες του. Συγκεκριμένα, ένας στους τέσσερις πολίτες, δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο των νοικοκυριών (1:4), δηλώνει ότι έχει μειώσει τις αγορές του, ενώ ένας στους πέντε (1:5) δηλώνει ότι τις έχει αυξήσει. Η τάση αυτή αποτελεί μια διαχρονική εξέλιξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, καθώς τα νοικοκυριά προσπαθούν να προσαρμοστούν στις οικονομικές πιέσεις που δημιουργεί η αύξηση του κόστους ζωής.
Η έρευνα καταγράφει επίσης τα μέτρα που λαμβάνουν τα νοικοκυριά για να αντιμετωπίσουν την αύξηση του κόστους ζωής και τις πιέσεις στο εισόδημά τους. Πολλοί καταναλωτές δηλώνουν ότι μειώνουν τις αγορές επώνυμων προϊόντων και στρέφονται περισσότερο προς οικονομικότερες επιλογές ή προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Επιπλέον, σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών περιορίζει δαπάνες που αφορούν ταξίδια, διασκέδαση, ρουχισμό, υπόδηση και καλλυντικά. Παράλληλα, ένας στους τέσσερις πολίτες (1:4) δηλώνει ότι έχει μειώσει τις μετακινήσεις του λόγω του αυξημένου κόστους των καυσίμων. Ταυτόχρονα, δύο στα τρία νοικοκυριά (2:3) καταγράφουν αύξηση στα έξοδα που αφορούν βασικούς λογαριασμούς, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό, το τηλέφωνο και άλλες βασικές υπηρεσίες.
Σε σχέση με την αντίληψη των πολιτών για τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών, η εικόνα είναι ιδιαίτερα σαφής. Η συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων, δηλαδή εννέα στους δέκα πολίτες (9:10), εκτιμά ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί. Οι αυξήσεις αυτές εντοπίζονται κυρίως στα τρόφιμα και τα αγαθά πρώτης ανάγκης, καθώς και στο ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες επιβάρυνσης του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η αύξηση των τιμών επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και οδηγεί πολλούς καταναλωτές σε αλλαγή των αγοραστικών τους επιλογών.
Σε ό,τι αφορά τον δανεισμό των νοικοκυριών από τις τράπεζες, λίγο περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι η οικογένειά τους έχει κάποιο τραπεζικό δάνειο. Από αυτούς, επτά στους δέκα θεωρούν ότι το βάρος του δανείου είναι αρκετά μεγάλο ή πολύ μεγάλο για το νοικοκυριό τους. Επιπλέον, το 30% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι θεωρεί την οικογένειά του υπερχρεωμένη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι τέσσερις στους δέκα δανειολήπτες εκτιμούν ότι μάλλον ή σίγουρα δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις στο μέλλον.
Σε σχέση με τις προσδοκίες των πολιτών για την πορεία της οικονομίας, ένας στους τρεις ερωτηθέντες (1:3) εκτιμά ότι η οικονομική πορεία της χώρας τους επόμενους μήνες θα είναι καθοδική. Αντίθετα, μόλις το 16% εκφράζει θετικές προσδοκίες για την πορεία της οικονομίας. Ωστόσο, σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια και ιδιαίτερα με τα στοιχεία του 2025, οι συγκριτικοί δείκτες εμφανίζονται βελτιωμένοι, γεγονός που δείχνει μια ελαφρώς πιο συγκρατημένη αλλά σταδιακά θετικότερη αντίληψη για την οικονομική προοπτική της χώρας.
Όσον αφορά τα σημαντικότερα προβλήματα που απασχολούν σήμερα την κυπριακή κοινωνία, στην κορυφή των ανησυχιών των πολιτών βρίσκεται η αύξηση των τιμών αγαθών και υπηρεσιών, την οποία αναφέρει το 63% των ερωτηθέντων. Ακολουθεί το ζήτημα της διαφθοράς, το οποίο αναφέρει το 56% των πολιτών, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκονται οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας με ποσοστό 48%. Σημαντική ανησυχία εκφράζεται επίσης για το έγκλημα και τη βία, τα οποία αναφέρονται από το 29% των ερωτηθέντων.
Η έρευνα εξετάζει επίσης την αξιολόγηση των πολιτών για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετωπίζει τους πολίτες σε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Οι πολίτες κλήθηκαν να αξιολογήσουν θέματα όπως η διαφάνεια, η ανταπόκριση των κρατικών υπηρεσιών κατά την τηλεφωνική επικοινωνία, η ανταπόκριση σε κατ’ ιδίαν επικοινωνία, η ίση μεταχείριση των πολιτών και η ισονομία. Στους δείκτες αυτούς καταγράφεται έντονα αρνητική αξιολόγηση, με το αρνητικό πρόσημο να κυμαίνεται μεταξύ 63% και 75%, γεγονός που καταδεικνύει σημαντικό βαθμό δυσαρέσκειας των πολιτών απέναντι στη λειτουργία του κράτους.
Τέλος, η έρευνα εξετάζει και ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των πολιτών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι καταγράφεται θετική απόκλιση στους δείκτες που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πολίτες εξακολουθούν να θεωρούν την καθημερινότητα και την προσωπική τους ζωή σημαντική προτεραιότητα. Αντίθετα, αρνητική εικόνα παρουσιάζουν οι δείκτες που σχετίζονται με την αποταμίευση, τις επενδύσεις και την αγορά κατοικίας, γεγονός που δείχνει ότι οι οικονομικές πιέσεις περιορίζουν τη δυνατότητα των νοικοκυριών να προγραμματίζουν μεγάλες οικονομικές αποφάσεις για το μέλλον.
Η έρευνα κάλυψε μέσω προσωπικών τηλεφωνικών συνεντεύξεων ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των 1000 ατόμων και διεξάχθηκε κατά την περίοδο από τις 16 Φεβρουαρίου μέχρι τις 9 Μαρτίου 2026. Το δείγμα περιλάμβανε άνδρες και γυναίκες ηλικίας 18 ετών και άνω, με αντιπροσωπευτική κατανομή ως προς την επαρχία και την περιοχή διαμονής, τόσο σε αστικές όσο και σε αγροτικές περιοχές της Κύπρου. Η συλλογή και ανάλυση των στοιχείων πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία CMRC – Cypronetwork Ltd.












