Το Διοικητικό Εφετείο επικύρωσε την απόρριψη προσφυγής κατά του Υπουργείου Εσωτερικών, κρίνοντας ότι η κυπριακή υπηκοότητα που αποκτήθηκε διά εγγραφής δεν παρέχει δικαίωμα μεταβίβασης σε σύζυγο με τον οποίο ο γάμος συνάφθηκε μεταγενέστερα.

Το δικαίωμα μεταβίβασης της κυπριακής υπηκοότητας σε αλλοδαπό σύζυγο που παντρεύεται σε μεταγενέστερο χρόνο δεν αναγνωρίζεται σε πρόσωπα που απέκτησαν την κυπριακή υπηκοότητα διά εγγραφής, σύμφωνα με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, ημερομηνίας 15 Οκτωβρίου 2026.

Η απόφαση επικυρώνει προηγούμενη κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει προσφυγή αλλοδαπού κατά του Υπουργείου Εσωτερικών, λόγω μη παραχώρησης κυπριακής υπηκοότητας διά εγγραφής.

Στο σκεπτικό του, το Διοικητικό Εφετείο υπογραμμίζει τη σημασία της συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας που διέπει την απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, επισημαίνοντας ότι το δικαίωμα εγγραφής πρέπει να ασκείται εντός των ορίων που καθορίζει ο νόμος.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η σχετική ερμηνεία συνάδει με τον σκοπό του νομοθέτη να αποτρέψει καταχρηστικές πρακτικές και την καταστρατήγηση των νομοθετικών διατάξεων μέσω διαδοχικών γάμων.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο επισημαίνει ότι πρόσωπα που απέκτησαν αρχικά την κυπριακή υπηκοότητα διά εγγραφής δεν μπορούν να μεταφέρουν το σχετικό δικαίωμα σε νέο αλλοδαπό σύζυγο, με τον οποίο παντρεύονται σε μεταγενέστερο χρόνο. Αντίστοιχα, η νομοθεσία αποσκοπεί στην αποτροπή της καταστρατήγησης των διατάξεων και μέσω αιτήσεων που αφορούν τέκνα τα οποία δεν είναι τέκνα του συζύγου μέσω του οποίου αποκτήθηκε αρχικά η υπηκοότητα.

Η κυπριακή υπηκοότητα διά εγγραφής αποτελεί έναν από τους τρόπους απόκτησης της κυπριακής ιθαγένειας, είτε βάσει καταγωγής είτε μέσω γάμου με Κύπριο πολίτη, ανάλογα με την περίπτωση και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η σχετική νομοθεσία.

Την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου χειρίστηκε, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η Δικηγόρος της Δημοκρατίας Νικολέττα Νικολάου.