Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια προσπάθεια να αποδοθούν στη φαρμακευτική βιομηχανία ευθύνες για την αδυναμία επίλυσης του ζητήματος που αφορά το ύψος των συνεισφορών των ασθενών για τα φάρμακα στο Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓεΣΥ). Με αφορμή αυτές τις αναφορές, θεωρούμε αναγκαίο να τοποθετηθούμε εκ νέου, προκειμένου να ξεκαθαρίσουμε τη θέση της φαρμακευτικής βιομηχανίας και ιδιαίτερα της Ένωσής μας επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η Φαρμακευτική Βιομηχανία δεν έχει καμία απολύτως εμπλοκή στον καθορισμό της συμπληρωμής των ασθενών. Το εάν θα έχουν και με ποιο τρόπο, οι ασθενείς συμμετοχή στο κόστος της φαρμακευτικής τους αγωγής αποτελεί απόφαση την οποία έλαβε ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ) και το Υπουργείο Υγείας πριν από την εφαρμογή του ΓεΣΥ και ρυθμίζεται με βάση τους Κανονισμούς δυνάμει των άρθρων 20 Α και 64 του Περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου, οι οποίοι έχουν εγκριθεί και από την Βουλή των Αντιπροσώπων.
Εν αντιθέσει με το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι συμπληρωμής και του ύψους αυτής, από πλευράς των ασθενών, η φαρμακευτική βιομηχανία συμβάλλει σημαντικά στη φαρμακευτική δαπάνη, δηλαδή στο κόστος που επωμίζεται ο ΟΑΥ, είτε παραχωρώντας σημαντικές εκπτώσεις στην τιμή του φαρμάκου είτε συνάπτοντας άλλες συμφωνίες με τον Οργανισμό.
Σε αυτά τα επτά χρόνια λειτουργίας του ΓεΣΥ, η συμμετοχή της φαρμακευτικής βιομηχανίας ανήλθε στο 25% περίπου της δαπάνης, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω μετά και την πρόσφατη συμφωνία μας με τον ΟΑΥ για αύξηση των εκπτώσεων που παραχωρούνται.
Με την βιομηχανία να καλύπτει πλέον περίπου το ένα τρίτο της δαπάνης στο φάρμακο, η συνεισφορά της είναι ουσιαστική στην ομαλή και βιώσιμη λειτουργία του ΓεΣΥ. Πιθανή επιπρόσθετη αύξηση του ποσοστού συμμετοχής της φαρμακευτικής βιομηχανίας πέραν της πρόσφατης συμφωνίας, όπως έχει προτείνει ο ΟΑΥ με την τελευταία του πρόταση, ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα στη διαθεσιμότητα και διατήρηση φαρμάκων στο ΓεΣΥ και σίγουρα θα αποτελούσε αποθαρρυντικό παράγοντα για την κυκλοφορία νέων φαρμάκων στην Κύπρο – γι’ αυτό και δεν ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτή από τη βιομηχανία.
Την ίδια ώρα, υπάρχουν σημαντικές παράμετροι στη διαχείριση των φαρμάκων που επηρεάζουν τη ομαλή λειτουργία του ΓεΣΥ.
- Καταρχάς, σε όλες ανεξαιρέτως τις φαρμακευτικές ουσίες απουσιάζει η πρόβλεψη να υπάρχει τουλάχιστο ένα φάρμακο για το οποίο οι ασθενείς δεν θα έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση συνεισφοράς, παρότι που κάτι τέτοιο ήταν στον σχεδιασμό του ΓεΣΥ
- Για αριθμό φαρμάκων, κυρίως σε αυτά που ομαδοποιούνται, ο ΟΑΥ έχει οικονομικό όφελος από την χρήση τους, καθώς αν προστεθεί το ποσό της έκπτωσης από τη βιομηχανία στην συνεισφορά που καταβάλλουν οι ασθενείς, το άθροισμα είναι ψηλότερο από την χονδρική τιμή του προϊόντος, που είναι η βάση του συστήματος αποζημίωσης
- Τέλος, η συνεισφορά των ασθενών μπορεί να διαφοροποιείται σημαντικά, όπως έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση, όταν αλλάζουν οι επίσημες χονδρικές τιμές των φαρμάκων, κάτι που γίνεται είτε με την επίσημη διαδικασία ανατιμολόγησης από το Υπουργείο Υγείαςή με πρωτοβουλία των φαρμακευτικών εταιρειών. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η απόφαση για μείωση της τιμής ενός φαρμάκου, το οποίο σχετίζεται με άλλα που μπορεί να έχουν την ίδια ή διαφορετική ουσία, επηρεάζει αρνητικά όλους τους ασθενείς που δεν το λαμβάνουν, καθώς η συνεισφορά υπολογίζεται στο φάρμακο με την χαμηλότερη τιμή. Στην περίπτωση ίδιας ουσίας ο ασθενής καλείται να αποφασίσει εάν θέλει να συνεχίσει με το ίδιο φάρμακο, να καταβάλει ψηλότερη συνεισφορά ή να πάρει το φάρμακο με την μηδενική συνεισφορά. Στην περίπτωση διαφορετικών ουσιών, όμως, η αλλαγή αγωγής δεν είναι η ενδεικνυόμενη αντιμετώπιση.
Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις και λαμβάνοντας υπόψη και τα οικονομικά δεδομένα σε σχέση με τη συμμετοχή των δικαιούχων στο κόστος θεραπείας από την μέχρι τώρα εφαρμογή του συστήματος υγείας, έχουμε επεξεργαστεί και προτείνει στον ΟΑΥ πρόταση για διαφοροποίηση του τρόπου καθορισμού της συμμετοχής των δικαιούχων στο κόστος. Θεωρούμε ότι με την εφαρμογή της πρότασής μας – την οποία έχουμε κοινοποιήσει και στο Υπουργείο Υγείας και τους οργανωμένους ασθενείς – είναι εφικτή η διόρθωση των στρεβλώσεων και των επακόλουθων προβλημάτων που αυτές προκαλούν. Παράλληλα, μέσω της πρότασής μας μπορεί να δημιουργηθεί ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον διαχείρισης των συγκεκριμένων κατηγοριών φαρμάκων, προς όφελος πρώτα από όλα των δικαιούχων, αλλά και όλων των ενδιαφερόμενων φορέων.
Ως Κυπριακή Ένωση Φαρμακευτικής Βιομηχανίας Έρευνας και Ανάπτυξης επαναλαμβάνουμε για ακόμη μια φορά πως το αν οι ασθενείς θα έχουν συνεισφορά και σε ποιο ποσοστό, στο κόστος της φαρμακευτικής τους αγωγής αποτελεί αποκλειστική ευθύνη και απόφαση των αρμοδίων Αρχών και της πολιτείας, μετά από διαβούλευση με τους φορείς των ασθενών, και όχι της βιομηχανίας.
Ο ρόλος μας ως τοπικοί εκπρόσωποι της φαρμακευτικής βιομηχανίας που ανακαλύπτει νέες, καινοτόμες θεραπείες είναι να εργαζόμαστε για την ύπαρξη ενός σταθερού και προβλέψιμου περιβάλλοντος, το οποίο θα οδηγεί στην γρήγορη ένταξη των φαρμάκων μας στο ΓεΣΥ, προς όφελος πρώτα και πάνω από όλα εκείνων που τα χρειάζονται. Γι’ αυτό και εάν πρέπει να γίνουν αλλαγές στις διαδικασίες και πολιτικές που ακολουθούνται μέχρι σήμερα, είμαστε εδώ έτοιμοι να συνεισφέρουμε εποικοδομητικά.










