Όσοι πιστεύουν ότι το YouTube είναι χρήσιμο μόνο για βίντεο, podcasts ή μουσικά κλιπ, ίσως αγνοούν ότι εδώ και χρόνια φιλοξενεί και έναν μικρό κινηματογραφικό θησαυρό. Ανάμεσα σε εκατομμύρια βίντεο, επίσημα κανάλια, ξεχασμένα αρχεία και ανεξάρτητες διανομές, η μεγαλύτερη πλατφόρμα βίντεο στον κόσμο κρύβει δεκάδες ολόκληρες ταινίες που μπορεί κανείς να παρακολουθήσει νόμιμα και δωρεάν.
Η αναζήτηση δεν είναι πάντα εύκολη
Φυσικά, η αναζήτηση δεν είναι πάντα εύκολη. Ανάμεσα σε clickbait τίτλους, κακής ποιότητας αντίγραφα και βίντεο που εξαφανίζονται λόγω πνευματικών δικαιωμάτων, απαιτείται αρκετό ψάξιμο για να βρεθεί κάτι πραγματικά αξιόλογο. Ωστόσο, όσοι αφιερώσουν λίγο χρόνο μπορεί να ανακαλύψουν από κλασικές ταινίες πολεμικών τεχνών μέχρι cult διαμαντάκια, παράξενες ανεξάρτητες παραγωγές, ξεχασμένες κωμωδίες και φιλόδοξες ταινίες επιστημονικής φαντασίας που απέκτησαν δεύτερη ζωή μέσω της πλατφόρμας.
Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις βρίσκεται το «The Planters» του 2020, μια ανεξάρτητη αμερικανική παραγωγή που απέσπασε περισσότερα από δέκα βραβεία σε φεστιβάλ, χωρίς ποτέ να γνωρίσει ευρεία εμπορική διανομή. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια ήσυχη πόλη της ερήμου και ακολουθεί τη Μάρθα Πλαντ, μια μοναχική γυναίκα που κερδίζει τα προς το ζην θάβοντας μικροαντικείμενα, τα οποία στη συνέχεια ανακαλύπτουν άλλοι άνθρωποι σαν μικρούς «θησαυρούς». Η ζωή της αλλάζει όταν γνωρίζει τη Σέιντι Μέιφλαουερ, μια εκκεντρική γυναίκα που προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό της μετά από έναν αποτυχημένο γάμο. Η αισθητική της ταινίας, με συμμετρικά κάδρα, έντονα χρώματα και ιδιόρρυθμους χαρακτήρες, θυμίζει έντονα το κινηματογραφικό σύμπαν του Γουές Άντερσον, ενώ η διάρκεια της, λίγο μεγαλύτερη από μία ώρα, την καθιστά ιδανική επιλογή για όσους αναζητούν κάτι διαφορετικό.
Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση του «But I’m a Cheerleader», μιας από τις σημαντικότερες cult queer ταινίες της δεκαετίας του 1990. Όταν κυκλοφόρησε το 1999 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, λαμβάνοντας αρχικά την αυστηρή ταξινόμηση NC-17 εξαιτίας της θεματολογίας της. Η ιστορία ακολουθεί τη Μέγκαν, μια φαινομενικά «τέλεια» μαζορέτα που οι γονείς της θεωρούν ότι είναι λεσβία και την στέλνουν σε ένα στρατόπεδο «θεραπείας μεταστροφής». Εκεί, μέσα σε ένα υπερβολικά πολύχρωμο και σατιρικό περιβάλλον, γνωρίζει ανθρώπους που αρνούνται να συμμορφωθούν με τα στερεότυπα του φύλου και τελικά ερωτεύεται μια άλλη κοπέλα. Η σκηνοθέτιδα Τζέιμι Μπάμπιτ χρησιμοποίησε το χιούμορ και την υπερβολή για να σατιρίσει την ομοφοβία της εποχής, ενώ η παρουσία της ΡουΠολ σε έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους της προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη cult αξία. Είκοσι επτά χρόνια μετά την πρώτη προβολή της, η ταινία θεωρείται πλέον σημείο αναφοράς για τον σύγχρονο LGBTQ+ κινηματογράφο.
Για τους φίλους των πολεμικών τεχνών, ελάχιστες επιλογές μπορούν να συγκριθούν με τη «Γροθιά της Οργής» [Fist Of Fury] του 1972, μία από τις ταινίες που καθιέρωσαν τον Μπρους Λι ως παγκόσμιο κινηματογραφικό φαινόμενο. Υποδυόμενος τον Τσεν Ζεν, ο Λι επιστρέφει στη Σαγκάη για να ανακαλύψει ότι ο δάσκαλός του έχει δολοφονηθεί. Η προσωπική του αναζήτηση μετατρέπεται σε έναν ανελέητο αγώνα εκδίκησης απέναντι στους αντιπάλους της σχολής του. Οι σκηνές μάχης εξακολουθούν να θεωρούνται υποδειγματικές, ενώ η ταινία επηρέασε ολόκληρες γενιές δημιουργών δράσης, από το Χόλιγουντ μέχρι τον ασιατικό κινηματογράφο.
Στον αντίποδα βρίσκεται η ξεκαρδιστική παρωδία «Don’t Be a Menace to South Central While Drinking Your Juice in the Hood», που κυκλοφόρησε το 1996 και σατιρίζει σχεδόν κάθε γνωστή αφροαμερικανική ταινία δρόμου της δεκαετίας του 1990. Με πρωταγωνιστές τους αδελφούς Σον και Μάρλον Γουέιανς, το φιλμ γελοιοποιεί κλασικές σκηνές από παραγωγές όπως το «Boyz n the Hood» και το «Menace II Society», δημιουργώντας μια καταιγίδα από παράλογες καταστάσεις, λεκτικά αστεία και αναφορές που εξακολουθούν να λειτουργούν ακόμη και σήμερα. Το χιούμορ είναι ωμό, συχνά προκλητικό, αλλά αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αμερικανικής κωμωδίας της εποχής.
Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της λίστας είναι το σχεδόν ξεχασμένο ψυχολογικό θρίλερ «Malicious» του 1995, με πρωταγωνίστρια τη Μόλι Ρίνγκγουολντ, η οποία έγινε διάσημη μέσα από εφηβικές επιτυχίες όπως τα «Pretty in Pink» και «The Breakfast Club». Εδώ, όμως, εμφανίζεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, υποδυόμενη μια γυναίκα που μετατρέπεται σταδιακά σε εμμονική και επικίνδυνη παρουσία στη ζωή ενός νεαρού άνδρα. Η ταινία αποκτά νέο ενδιαφέρον σήμερα, καθώς αρκετοί κριτικοί τη θεωρούν πρόδρομο αυτού που πλέον περιγράφεται ως «femcel thriller», ενός υποείδους που εξερευνά τη γυναικεία εμμονή, την απόρριψη και την ψυχολογική χειραγώγηση.
Η επιστημονική φαντασία εκπροσωπείται από το «Transcendence» του 2014, μια ταινία που μπορεί να αντιμετωπίστηκε ψυχρά από τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε, ωστόσο σήμερα μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Τζόνι Ντεπ υποδύεται έναν κορυφαίο ερευνητή τεχνητής νοημοσύνης που, λίγο πριν πεθάνει, μεταφέρει την ανθρώπινη συνείδησή του σε έναν υπερυπολογιστή. Αυτό που αρχικά μοιάζει με επιστημονικό θαύμα μετατρέπεται σταδιακά σε μια υπαρξιακή σύγκρουση ανάμεσα στον άνθρωπο και την ανεξέλεγκτη τεχνολογία. Όταν η ταινία κυκλοφόρησε, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελούσε ακόμη περισσότερο αντικείμενο θεωρητικών συζητήσεων παρά καθημερινής εμπειρίας. Δώδεκα χρόνια αργότερα, με τα γενετικά μοντέλα ΑΙ να έχουν εισβάλει στην εργασία, στην εκπαίδευση και στην ψυχαγωγία, αρκετές από τις ιδέες της μοιάζουν αναπάντεχα προφητικές. Η εμφάνιση, μάλιστα, του Ίλον Μασκ σε ένα σύντομο πέρασμα αποκτά σήμερα διαφορετική βαρύτητα από ό,τι είχε όταν η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά.
Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της λίστας είναι και το «Watching the Detectives», μια ρομαντική κομεντί του 2007 με πρωταγωνιστές τον Κίλιαν Μέρφι και τη Λούσι Λιου. Ο Μέρφι υποδύεται έναν ιδιοκτήτη βιντεοκλάμπ που έχει χτίσει ολόκληρη τη ζωή του γύρω από τον κινηματογράφο και τις ταινίες μυστηρίου. Η καθημερινότητά του ανατρέπεται όταν γνωρίζει τη Βάιολετ, μια αλλόκοτη γυναίκα με ανεξάντλητη ενέργεια, η οποία μετατρέπει κάθε τους συνάντηση σε μια μικρή κινηματογραφική περιπέτεια. Το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα στη ρομαντική κομεντί και στην παρωδία των νουάρ ταινιών, ενώ η χημεία των δύο πρωταγωνιστών αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Ακόμη και η μικρή τεχνική ατέλεια της διαθέσιμης έκδοσης στο YouTube, όπου ο ήχος χάνεται λίγο πριν από το τέλος, έχει γίνει αντικείμενο σχολιασμού από τους θεατές, θυμίζοντας ότι η δωρεάν διαδικτυακή θέαση έχει συχνά και τις ιδιομορφίες της.
Στην κατηγορία των πιο ανάλαφρων επιλογών ανήκει και το «Where’s the Money?» του 2017. Ο Άντριου Μπάτσελορ υποδύεται τον Ντελ Γκούντλοου, έναν νεαρό που προσπαθεί να σώσει το οικογενειακό γυμναστήριο πυγμαχίας βρίσκοντας ένα εκατομμύριο δολάρια που ο φυλακισμένος πατέρας του είχε κρύψει μέσα στους τοίχους μιας φοιτητικής αδελφότητας. Για να αποκτήσει πρόσβαση στα χρήματα, αναγκάζεται να γίνει μέλος της αδελφότητας, γεγονός που οδηγεί σε μια σειρά από κωμικές καταστάσεις, δοκιμασίες μύησης και ανατροπές. Η ταινία αξιοποιεί τις γνωστές συμβάσεις των αμερικανικών φοιτητικών κωμωδιών, αλλά ξεχωρίζει χάρη στο σχεδόν αποκλειστικά αφροαμερικανικό πρωταγωνιστικό καστ και στο γρήγορο κωμικό της τέμπο.
Τη λίστα ολοκληρώνει μία από τις πιο υποτιμημένες ταινίες επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1980, το «The Final Countdown». Με πρωταγωνιστές τον Κερκ Ντάγκλας και τον Μάρτιν Σιν, η ιστορία ξεκινά όταν ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο παγιδεύεται σε μια μυστηριώδη ηλεκτρομαγνητική καταιγίδα και μεταφέρεται ξαφνικά στο 1941, λίγο πριν από την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Το πλήρωμα βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα: να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία του μέλλοντος για να αποτρέψει ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή να αφήσει την Ιστορία να ακολουθήσει την πορεία που γνωρίζουμε. Αν και η ταινία κυκλοφόρησε πριν από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, παραμένει σημείο αναφοράς για όσους αγαπούν τα σενάρια με ταξίδια στον χρόνο και εναλλακτικές εκδοχές της Ιστορίας. Πηγή: iefimerida











