Η ενεργειακή κρίση που προκαλεί η κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει με τον πιο άμεσο τρόπο μια αδυναμία που η Ευρώπη γνωρίζει εδώ και χρόνια, αλλά δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει οριστικά: την υψηλή εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Το κόστος αυτής της εξάρτησης δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων, αλλά και στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται σε έναν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό αριθμό. Όπως ανέφερε η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην ομιλία της για την κατάσταση της Ένωσης, από την έναρξη της σύγκρουσης και την αναστάτωση στη θαλάσσια οδό του Ορμούζ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβαρυνθεί με περίπου 90 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, χωρίς να έχει εισαχθεί ούτε μία επιπλέον ποσότητα ενέργειας.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα «πολεμικό ασφάλιστρο» που πληρώνουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες. Δεν αγοράζουν περισσότερη ενέργεια. Πληρώνουν απλώς ακριβότερα την ίδια ενέργεια, επειδή η γεωπολιτική αβεβαιότητα αυξάνει το κόστος μεταφοράς, περιορίζει την προσφορά και ενισχύει το ασφάλιστρο κινδύνου στις διεθνείς αγορές.
Από τη Μέση Ανατολή στην ευρωπαϊκή οικονομία
Οι πρόσφατες επιθέσεις σε κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας ενίσχυσαν τους φόβους για περαιτέρω περιορισμό των εξαγωγών πετρελαίου. Η επίθεση στον East–West Pipeline, ο οποίος έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία επειδή επιτρέπει στη Σαουδική Αραβία να παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ, προκάλεσε διακοπές στις ροές προς το λιμάνι Yanbu και επηρέασε ακόμη και προγραμματισμένες παραδόσεις σε ευρωπαϊκά διυλιστήρια.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν το Brent κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά κινήθηκαν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Παρά τη μερική αποκλιμάκωση που ακολούθησε, οι αγορές εξακολουθούν να τιμολογούν σημαντικό γεωπολιτικό κίνδυνο.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο το πετρέλαιο. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ταυτόχρονη αβεβαιότητα στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, τις μεταφορές, την ηλεκτροπαραγωγή αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει μέσω της ενέργειας
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους λειτουργεί σαν ντόμινο. Ακριβότερο πετρέλαιο σημαίνει ακριβότερες μεταφορές και καύσιμα. Ακριβότερο φυσικό αέριο σημαίνει υψηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και μεγαλύτερο κόστος για ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Στη συνέχεια, μέρος αυτών των αυξήσεων μετακυλίεται στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελίξεις. Οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ εκτιμούν ότι οι ενεργειακές τιμές δημιουργούν σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό. Στα σενάρια του Σεπτεμβρίου, για το τέταρτο τρίμηνο του 2026, η τιμή του πετρελαίου διαμορφώνεται περίπου στα 88 δολάρια στο βασικό σενάριο, στα 99 δολάρια στο δυσμενές και στα 132 δολάρια στο σοβαρό σενάριο. Για το φυσικό αέριο, οι αντίστοιχες τιμές είναι περίπου 60, 77 και 130 ευρώ ανά MWh.
Η διαφορά μεταξύ των σεναρίων είναι εξαιρετικά σημαντική. Στο σοβαρό σενάριο, η ΕΚΤ υπολογίζει ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μπορούσε να μειωθεί περίπου κατά 8%, ενώ η προσφορά LNG κατά περίπου 12%.
Ελλάδα και Κύπρος: μικρές οικονομίες, μεγάλες επιπτώσεις
Για την Ελλάδα και την Κύπρο το ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο. Οι δύο οικονομίες είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις του ενεργειακού κόστους, καθώς οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές μεταφέρονται σχετικά γρήγορα στο κόστος μεταφορών, στην ηλεκτρική ενέργεια, στις επιχειρήσεις και τελικά στις τιμές καταναλωτή.
Για τα νοικοκυριά, αυτό σημαίνει περιορισμό του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες και τις ενεργοβόρες, σημαίνει υψηλότερο λειτουργικό κόστος και μειωμένα περιθώρια κέρδους. Για τον τουρισμό και τις μεταφορές, σημαίνει υψηλότερο κόστος λειτουργίας. Και για τα δημόσια οικονομικά, αυξάνεται η πίεση για μέτρα στήριξης, εφόσον η ενεργειακή κρίση παραταθεί.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσο θα πληρώσουμε για τη βενζίνη ή το ηλεκτρικό ρεύμα. Είναι πόσο θα πληρώσει συνολικά η οικονομία για να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον μόνιμα υψηλότερου ενεργειακού κινδύνου.
Η ενεργειακή ανεξαρτησία δεν είναι πλέον μόνο περιβαλλοντικός στόχος
Το σημαντικότερο ίσως μήνυμα από τη σημερινή κρίση είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί πλέον και ζήτημα οικονομικής και γεωπολιτικής ασφάλειας. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών και της πυρηνικής ενέργειας, η ηλεκτροκίνηση, η ανάπτυξη δικτύων και η αποθήκευση μπορούν να περιορίσουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο διπλασιασμός του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2040 θα μπορούσε να μειώσει τον ετήσιο λογαριασμό εισαγωγών ορυκτών καυσίμων κατά περίπου 260 δισ. ευρώ.
Η Ευρώπη έχει ήδη επενδύσει σημαντικά στις ανανεώσιμες πηγές, αλλά η παραγωγή από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται δίκτυα, αποθήκευση και υποδομές ώστε η ενέργεια να είναι διαθέσιμη όταν και όπου απαιτείται.
Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή αποδεικνύουν ότι η ενεργειακή εξάρτηση έχει πλέον άμεσο οικονομικό τίμημα. Τα 90 δισ. ευρώ επιπλέον που αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι μόνο η μέχρι τώρα αποτύπωση του κόστους. Αν οι γεωπολιτικές εντάσεις παραταθούν, ο λογαριασμός μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω.
Για την Ευρώπη, και ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, το δίλημμα είναι πλέον σαφές: κάθε νέα γεωπολιτική κρίση δεν πρέπει να μετατρέπεται αυτομάτως σε νέα ενεργειακή κρίση. Η πραγματική οικονομική ασφάλεια προϋποθέτει μικρότερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, περισσότερη εγχώρια παραγωγή ενέργειας και, κυρίως, υποδομές που θα επιτρέπουν στην Ευρώπη να αξιοποιεί αποτελεσματικά την ενέργεια που παράγει.









