Η αγορά των ακινήτων έχει χωριστεί πλέον σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, από τη μία πλευρά, μια ιλιγγιώδης, μαζική καθ’ ύψος δόμηση διαμερισμάτων που οδηγεί την οικονομία, και από την άλλη, μια αγορά μονοκατοικιών που συρρικνώνεται σε πλήθος, αλλά μετατρέπεται σε ένα προϊόν πολυτελείας για λίγους.
H ανάλυση των στοιχείων από τον Φιλελεύθερο δείχνει ότι το πρώτο εξάμηνο του 2016, τα διαμερίσματα αποτελούσαν μια μικρή, δευτερεύουσα αγορά, με μόλις 124.720 τετραγωνικά μέτρα να αδειοδοτούνται σε ολόκληρη την Κύπρο.
Δέκα χρόνια μετά, το 2026, το εμβαδόν των πολυκατοικιών αγγίζει το ασύλληπτο νούμερο των 1,51 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων και πρόκειται για μια αύξηση της τάξης του 1.112% σε φυσικό όγκο τετραγωνικών μέτρων. Ενώ το μέσο εμβαδόν ενός διαμερίσματος παρουσιάζει μια μικρή, φυσιολογική μείωση σε σχέση με το 2016 (από τα 180 τετραγωνικά μέτρα στα 174,4 τετραγωνικά μέτρα), το μέγεθος παραμένει εντυπωσιακά υψηλό. Αυτό εξηγείται από δύο παράγοντες:
- Η επέλαση των μικτών πολυκατοικιών: Το 2016 οι μικτές πολυκατοικίες (καταστήματα/γραφεία στο ισόγειο και διαμερίσματα πάνω) ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, με μόλις 12.859 τετραγωνικά μέτρα. Το 2026, οι οικιστικές μονάδες σε μικτά κτίρια εκτινάχθηκαν στις 837 (άλμα +410%), αυξάνοντας κατακόρυφα τον όγκο των κτιρίων αυτών στις αστικές περιοχές.
- Στροφή στα Premium διαμερίσματα: Το 2016 τα διαμερίσματα χτίζονταν κυρίως ως οικονομική λύση για φοιτητές ή νεαρά ζευγάρια, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν τα μικρά διαμερίσματα. Το 2026, η αγορά οδηγείται από το headquartering ξένων εταιρειών. Τα στελέχη αυτά αναζητούν μεγάλα, πολυτελή διαμερίσματα 3-4 υπνοδωματίων ή premium ρετιρέ, γεγονός που κρατά το μέσο εμβαδόν των διαμερισμάτων ψηλά, κοντά στα 174 τετραγωνικά μέτρα.
Η σύγκριση των στοιχείων για τις μονοκατοικίες φέρνει στο φως μια εντυπωσιακή κοινωνικοοικονομική στροφή στην Κύπρο κατά την τελευταία δεκαετία. Ενώ τα τετραγωνικά των διαμερισμάτων εκτινάχθηκαν κατά 1.100%, το συνολικό εμβαδόν των μονοκατοικιών σημείωσε μια πολύ πιο συγκρατημένη άνοδο (περίπου +56%).
Το εύρημα αυτό αποκαλύπτει ότι η ανέγερση αυτόνομου σπιτιού έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί τη μαζική επιλογή του Κύπριου αγοραστή. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ανάλυσης είναι η κατακόρυφη αύξηση στο μέσο μέγεθος της μονοκατοικίας, το οποίο από τα 170,5 τετραγωνικά μέτρα το 2016, σκαρφάλωσε στα 222,2 τετραγωνικά μέτρα το 2026.
Αυτό το παράδοξο εξηγείται από τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Το 2016, η μεσαία τάξη έχτιζε ακόμη μικρές ή μεσαίες μονοκατοικίες (140-160 τ.μ.) στην περιφέρεια των πόλεων, εκμεταλλευόμενη τη φθηνή γη μετά την κρίση. Το 2026, το αυξημένο κόστος των οικοδομικών υλικών και οι υψηλές τιμές των οικοπέδων έχουν εκτοπίσει τη μεσαία τάξη από αυτή την κατηγορία.
Αγοραστές υψηλών απαιτήσεων και καλών εισοδημάτων
Όσοι επιλέγουν και έχουν την οικονομική δυνατότητα να χτίσουν μονοκατοικία σήμερα, είναι κυρίως αγοραστές υψηλών απαιτήσεων μεσαίου-υψηλού εισοδήματος (Κύπριοι και ξένοι), οι οποίοι κατασκευάζουν μεγάλες, πολυτελείς επαύλεις άνω των 220 τ.μ., συμπαρασύροντας τον μέσο όρο των τετραγωνικών προς τα πάνω.
Η μικρή αύξηση στον αριθμό των νέων μονοκατοικιών (από τις 1.466 το 2016 στις 1.760 το 2026) επιβεβαιώνει ότι η αγορά έχει φτάσει σε ένα σημείο ισορροπίας. Με το στεγαστικό επιτόκιο στο 3,24%, ο προϋπολογισμός για την ανέγερση μιας μονοκατοικίας (γη + κατασκευή) δημιουργεί μια μηνιαία δόση που είναι απαγορευτική για ένα μέσο ζευγάρι. Αντίθετα, το ίδιο ζευγάρι θα στραφεί αναγκαστικά στα διαμερίσματα, όπου το μικρότερο συνολικό κεφάλαιο αγοράς κρατά τη δόση του δανείου σε βιώσιμα επίπεδα.
Η δεκαετία φαίνεται ότι ξεκαθάρισε τους ρόλους στην αγορά. Τα διαμερίσματα έγιναν το απόλυτο μαζικό προϊόν (1,5 εκατ. τ.μ. το 2026), απορροφώντας τη ζήτηση για στέγαση, φοιτητική εστίαση και επενδυτικά rental yields. Οι μονοκατοικίες μετατράπηκαν σε μια «κλειστή» premium αγορά (391 χιλιάδες τ.μ. το 2026), όπου η ανάπτυξη δεν μετριέται σε πλήθος σπιτιών, αλλά σε πολυτέλεια και μεγάλα οικόπεδα.
Πηγή: Philenews











