Σε μια συγκυρία αυξανόμενης διεθνούς αβεβαιότητας, ο τέως υπουργός Ενέργειας Γιώργος Παπαναστασίου σκιαγράφησε με τεχνοκρατικούς όρους το πώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται σε άμεσες πιέσεις στις αγορές ενέργειας και, κατ’ επέκταση, στην καθημερινότητα των πολιτών.
Όπως εξήγησε, η σημερινή ενεργειακή αναστάτωση δεν είναι τυχαία. Συνδέεται άμεσα με τη μετατόπιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Ειδικά στην περίπτωση του Ιράν, ο ενεργειακός τομέας αποτελεί βασικό πυλώνα χρηματοδότησης του καθεστώτος και των συμμαχικών του οργανώσεων. Η στοχοποίηση αυτών των υποδομών, σημείωσε, αποσκοπεί στον περιορισμό της οικονομικής και γεωπολιτικής του ισχύος. Κατά την εκτίμησή του, το Ισραήλ φαίνεται να δίνει προτεραιότητα σε αυτή τη στρατηγική αποδυνάμωσης, πλήττοντας ενεργειακά σημεία με υψηλή σημασία.
Την ίδια στιγμή, το Ιράν απαντά με παρόμοια τακτική, πλήττοντας ενεργειακούς στόχους ως μορφή αντίδρασης. Στόχος του, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η πρόκληση ενός ευρύτερου παγκόσμιου αντίκτυπου, ώστε να ενεργοποιηθούν διεθνείς αντιδράσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα ενεργειακό σοκ χωρίς γεωγραφικά όρια, που έχει ήδη αποτυπωθεί ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τις τιμές καυσίμων να εκτοξεύονται σε πρωτοφανή επίπεδα.
Ο κ. Παπαναστασίου στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία συγκεκριμένων υποδομών που έχουν δεχθεί πλήγματα. Αναφέρθηκε στο κοίτασμα South Pars στο Ιράν – το οποίο εκτείνεται και στο Κατάρ ως North Dome – υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα παγκοσμίως, καλύπτοντας περίπου το 17% της παγκόσμιας ζήτησης υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η σύγκριση που έκανε είναι ενδεικτική: το κοίτασμα αυτό διαθέτει περίπου 1.800 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου, όταν το σύνολο των αποθεμάτων στην κυπριακή ΑΟΖ εκτιμάται γύρω στα 20 τρισεκατομμύρια.
Εξίσου κρίσιμα χαρακτήρισε τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου. Η γεωγραφική και επιχειρησιακή σημασία της περιοχής ενισχύεται από υποδομές όπως το νησί Kharg, όπου το Ιράν διαθέτει αποθηκευτικές και λιμενικές εγκαταστάσεις ικανές να εξυπηρετήσουν υπερδεξαμενόπλοια. Η ταυτόχρονη πίεση σε αυτά τα δύο σημεία, όπως ανέφερε, είναι αρκετή για να προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στην παγκόσμια αγορά.
Η αβεβαιότητα, συνέχισε, είναι ο βασικός παράγοντας που οδηγεί τις τιμές προς τα πάνω. Όσο εντείνονται οι συγκρούσεις και παρατείνεται η διάρκειά τους, τόσο περιορίζεται η προσφορά. Ήδη, όπως είπε, η παγκόσμια αγορά έχει χάσει περίπου 1,5 εκατομμύριο τόνους ημερησίως από την προσφορά, ενώ η ζήτηση παραμένει υψηλή. Η ανισορροπία αυτή οδηγεί αναπόφευκτα σε αύξηση των τιμών, με το πετρέλαιο Brent να ξεπερνά τα 110 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο να ακολουθεί ανοδική πορεία. Το κόστος μετακυλίεται τελικά στον καταναλωτή, ιδιαίτερα στις τιμές λιανικής.
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που μπορούν να λάβουν τα κράτη, ο κ. Παπαναστασίου εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στην επιβολή πλαφόν στις τιμές. Αν και αναγνώρισε ότι πρόκειται για ένα εργαλείο που στοχεύει στον περιορισμό της αισχροκέρδειας, προειδοποίησε για τον κίνδυνο στρέβλωσης της αγοράς. Σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές αλλάζουν διαρκώς και οι εισαγωγές γίνονται σε κύκλους, ένα αυστηρό πλαφόν μπορεί να αποθαρρύνει τους εισαγωγείς, οδηγώντας ακόμη και σε περιορισμό της προσφοράς. Αντίθετα, έκρινε ως πιο κατάλληλες λύσεις τη μείωση της φορολογίας ή τις στοχευμένες και προσωρινές επιδοτήσεις, πρακτικές που ήδη εφαρμόζονται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Αναφερόμενος στην Κύπρο, επανέλαβε τη στήριξή του στην ηλεκτρική διασύνδεση με γειτονικές χώρες, τονίζοντας ότι πρόκειται για το μοναδικό ώριμο έργο που μπορεί να άρει την ενεργειακή απομόνωση της χώρας. Το έργο, όπως είπε, διαθέτει ευρωπαϊκή στήριξη και χρηματοδότηση, ενώ οι τεχνικές δοκιμές του καλωδίου έχουν ήδη αποδείξει τη βιωσιμότητά του. Οι καθυστερήσεις που μεταθέτουν την ολοκλήρωσή του για το 2029 δεν αναιρούν τη σημασία του, σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι οι προκλήσεις – τεχνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές – θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν αντί να οδηγούν σε αμφισβήτηση του έργου.
Δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι κάθε νέα πηγή ενέργειας που εισέρχεται σε μια αγορά ασκεί πίεση στους υφιστάμενους παρόχους. Στην περίπτωση της Κύπρου, όπου η ηλεκτροπαραγωγή βασίζεται κυρίως σε ακριβά και ρυπογόνα καύσιμα, η έλευση φθηνότερης ενέργειας από το εξωτερικό ενδέχεται να προκαλεί ανησυχίες σε τοπικούς παραγωγούς. Ωστόσο, τόνισε ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η μείωση του κόστους για τον καταναλωτή πρέπει να παραμένουν προτεραιότητες.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας. Όπως είπε, η Κύπρος, ως ενεργειακά απομονωμένο νησί που εξαρτάται από εισαγόμενα καύσιμα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικές κρίσεις. Η ύπαρξη εναλλακτικών πηγών και η προστασία των ενεργειακών υποδομών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη σταθερότητα της οικονομίας.
Κλείνοντας, ο κ. Παπαναστασίου επανήλθε στο ζήτημα των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, επισημαίνοντας ότι πέρα από την οικονομική διάσταση, ενδέχεται να στοχεύουν και στην πρόκληση εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Η καταστροφή υποδομών που στηρίζουν την εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις, επηρεάζοντας τη συνοχή ενός κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτίμησε ότι οι ενεργειακοί στόχοι αποτελούν πλέον κεντρικό πεδίο της σύγχρονης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Πηγή: sigmalive










