Έκθεση KPMG: Στην ΕΕ η κατανάλωση παράνομων τσιγάρων ξεπερνά το 10% για πρώτη φορά από το 2014
Το 2025, η Κύπρος συνέχισε να καταγράφει αυξητική τάση στην κατανάλωση παράνομων τσιγάρων. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο ΕΕ, η κατανάλωση παράνομων τσιγάρων ξεπέρασε το 10% της συνολικής κατανάλωσης για πρώτη φορά από το 2014, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ετήσιας Έκθεσης της KPMG, η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό της Philip Morris International. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το παράνομο εμπόριο τσιγάρων παραμένει ένα σοβαρό πανευρωπαϊκό ζήτημα.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ευρήματα της Έκθεσης, στην Κύπρο το 2025:
- Το ποσοστό των παράνομων τσιγάρων εκτιμάται στο 16,3% της συνολικής κατανάλωσης τσιγάρων, αυξημένο κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.
- Συνολικά, καταναλώθηκαν 160 εκατ. παράνομα τσιγάρα.
- Τα χαμένα έσοδα για τα δημόσια ταμεία υπολογίζονται σε 27 εκατ. ευρώ για το 2025, ενώ το 2024 ανέρχονταν στα 22 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα ευρήματα της Έκθεσης, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2025:
- Καταναλώθηκαν 41,8 δισ. παράνομα τσιγάρα, (+7,2% σε σχέση με το 2024), ποσοστό που αντιστοιχεί στο 10,3% της συνολικής κατανάλωσης ενώ οι απώλειες των εσόδων για τα δημόσια ταμεία υπολογίζονται σε 16,7 δισ. Ευρώ (+1,8 δισ. Ευρώ σε σχέση με το 2024).
- Αρνητικές πρωτιές στο παράνομο εμπόριο τσιγάρων καταγράφουν:
- Η Γαλλία, που διατηρεί την πρώτη θέση στην κατανάλωση παράνομων τσιγάρων για ακόμα μία χρονιά, όπου η συνολική κατανάλωση παράνομων τσιγάρων της χώρας έφτασε στο 41,4%, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη αύξηση συγκριτικά με όλες τις χώρες σε σχέση με το 2024.
- Το Βέλγιο, όπου η παράνομη κατανάλωση τσιγάρων έφτασε σχεδόν το ένα τέταρτο (24,8%) της συνολικής κατανάλωσης, με περισσότερα από 2 δισ. παράνομα τσιγάρα.
- Η Ολλανδία, όπου η παράνομη κατανάλωση τσιγάρων ξεπέρασε το 22%, φτάνοντας τα 2,1 δισ. παράνομα τσιγάρα και επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2006.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά, η ετήσια Έκθεση της KPMG αξιολόγησε και την παράνομη κατανάλωση θερμαινόμενων προϊόντων καπνού σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές αγορές. Το φαινόμενο παραμένει προς το παρόν περιορισμένο, καθώς το παράνομο εμπόριο αντιστοιχούσε στο 1,2% της συνολικής κατανάλωσης θερμαινόμενων προϊόντων καπνού, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των συμβατικών τσιγάρων. Όμως, για να διατηρηθεί αυτό, θα πρέπει να αντλήσουμε μαθήματα από το πρόσφατο παρελθόν και να μην επαναλάβουμε τα ίδια φορολογικά λάθη σε αυτή την κατηγορία των νέων, καινοτόμων καλύτερων προϊόντων.
Ο Γρηγόρης Καμπέρης, Γενικός Διευθυντής της Philip Morris Cyprus σημείωσε σχετικά: «Τα φετινά αποτελέσματα της Έκθεσης της KPMG επιβεβαιώνουν ότι η αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου παράνομων τσιγάρων παραμένει ένα σημαντικό θέμα πανευρωπαϊκά, αλλά και στην Κύπρο. Οι διωκτικές Αρχές διενεργούν σημαντικές δράσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Φορολογική σταθερότητα, εντατικοποίηση ελέγχων και συνεργασία Πολιτείας και ιδιωτικού τομέα μπορούν να φέρουν αποτελέσματα μετρήσιμα και ουσιαστικά. Το παράνομο εμπόριο παραμένει μία διαρκής απειλή για τα δημόσια έσοδα, τη βιωσιμότητα του κλάδου και του λιανεμπορίου, τη Δημόσια Υγεία, και απαιτεί επαγρύπνηση, συνεργασία και αποφασιστικότητα και, κυρίως, να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος που έχουν γίνει σε χώρες της ΕΕ. Σε μία περίοδο που συζητείται η αναθεώρηση της ευρωπαϊκής φορολογικής Οδηγίας για τα προϊόντα καπνού, τα ευρήματα της Έκθεσης υπενθυμίζουν ότι οι πολιτικές που λαμβάνονται πρέπει να είναι τεκμηριωμένες, ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες στην πράξη. Οριζόντιες ή υπερβολικές παρεμβάσεις, που δεν λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς, οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας το παράνομο εμπόριο και τα παράνομα οργανωμένα δίκτυα».
Ο Χρήστος Χαρπαντίδης, Group Chief Corporate Affairs Officer της Philip Morris International, αναφερόμενος στα ευρήματα της Έκθεσης, τόνισε: «Τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα: τα παραποιημένα προϊόντα έχουν καταστεί η βασική κινητήρια δύναμη της παράνομης αγοράς τσιγάρων στην ΕΕ, υποστηριζόμενα από εγκληματικές αλυσίδες εφοδιασμού που έχουν σχεδιαστεί ώστε να φέρνουν απομιμητικά προϊόντα στους καταναλωτές σε αγορές υψηλής αξίας, υπονομεύοντας την ευρωπαϊκή οικονομία και τροφοδοτώντας ευρύτερη παράνομη δραστηριότητα. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει, επίσης, επίμονες δομικές αδυναμίες στη ρύθμιση, την επιβολή του νόμου και την αποτελεσματική δικαστική συνέχεια των υποθέσεων, οι οποίες δημιουργούν χώρο για την ανάπτυξη του παράνομου εμπορίου, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ βρίσκονται υπό ευρύτερη πίεση σε επίπεδο ασφάλειας και οικονομίας, από τον πληθωρισμό και τις προκλήσεις ανταγωνιστικότητας έως τις αυξανόμενες δημοσιονομικές ανάγκες για την ασφάλεια και την άμυνα λόγω του γεωπολιτικού κατακερματισμού».










