H μεγαλύτερη «πόλη-φάντασμα» του κόσμου, το Kangbashi, χτίστηκε από το μηδέν με τεράστιες υποδομές, αλλά παρέμεινε για χρόνια σχεδόν άδεια.
Η απουσία μνήμης, όχι ως νοσταλγία αλλά ως ιστορική αναφορά, δεν είχε καμία σημασία. Στην έκταση όπου η δημοτική κυβέρνηση του Ordos, στην Εσωτερική Μογγολία της Κίνας, αποφάσισε το 2004 να χτίσει μια νέα πόλη, δεν υπήρχε παλιό εμπορικό κέντρο, δεν υπήρχε αστική παράδοση, δεν υπήρχε μια ιστορία που να επιβάλλει από μόνη της την ύπαρξη μιας πόλης. Μια κρατική απόφαση αρκούσε. Βέβαια, το υπέδαφος της ευρύτερης περιοχής ήταν πλούσιο σε άνθρακα. Και ο άνθρακας γεννούσε χρήμα. Αυτό μόνο; Ναι, μόνο αυτό.
Η παλιά Qingchunshan Development Zone, μια ζώνη ανάπτυξης που είχε εγκριθεί το 2000 ως χώρος μελλοντικής αστικής επέκτασης του Ordos, μετονομάστηκε το 2004 σε Kangbashi, παίρνοντας το τοπικό μογγολικό τοπωνύμιο της περιοχής. Την ίδια χρονιά ανακηρύχθηκε νέο διοικητικό και αστικό κέντρο και, το 2006, η δημοτική κυβέρνηση του Ordos μετέφερε εκεί την έδρα της.

Ενα σχέδιο φαραωνικών διαθέσεων και διαστάσεων
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Το παλιό κέντρο του Ordos, το Dongsheng, μεγάλωνε γρήγορα αλλά είχε περιορισμούς χώρου και υποδομών. Το Kangbashi βρισκόταν περίπου 25 με 30 χιλιόμετρα μακριά, σε έκταση που μπορούσε να σχεδιαστεί από την αρχή: δρόμοι, πλατείες, δημόσια κτίρια, κατοικίες, πάρκα, σχολεία, πολιτιστικά κέντρα, δίκτυα νερού και ενέργειας. Εκεί μπορούσε να στηθεί όχι απλώς μια νέα συνοικία, αλλά ένα νέο κέντρο εξουσίας για μια πόλη που πίστευε ότι μπροστά της υπήρχαν μόνο δεκαετίες ανάπτυξης. Το σχέδιο ήταν μεγαλεπήβολο. Η Kangbashi παρουσιάστηκε ως μια νέα πόλη που θα μπορούσε να φιλοξενήσει ένα εκατομμύριο κατοίκους. Σύμφωνα με τη China Daily, έως το 2010 είχαν ήδη δαπανηθεί περίπου 17 δισ. γουάν, δηλαδή σχεδόν 2 δισ. ευρώ, για να μετατραπεί η περιοχή σε μια μεταμοντέρνα πόλη με κυβερνητικά κτίρια, ουρανοξύστες, μουσεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, πλατείες, βίλες και μεγάλες λεωφόρους.
Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι οι κάτοικοι δεν είχαν έρθει. Στα τέλη Απριλίου του 2010, η περιοχή που είχε σχεδιαστεί για να στεγάσει έως και ένα εκατομμύριο ανθρώπους είχε μόλις 28.000 κατοίκους. Οι δρόμοι ήταν φαρδιοί, αλλά άδειοι. Τα κτίρια υπήρχαν, αλλά τα φώτα στα διαμερίσματα ήταν ελάχιστα. Οι πλατείες ήταν μεγάλες, αλλά δεν είχαν πλήθος. Κάτι σαν mall με εκατοντάδες ανοιχτά μαγαζιά αλλά χωρίς πελάτες. Η πόλη είχε σχεδιαστεί σαν να είχε ήδη παρόν, ενώ στην πραγματικότητα περίμενε ακόμη τους ανθρώπους της.

Η πιο διάσημη «πόλη-φάντασμα» της Κίνας
Οι φωτογραφίες Kangbashi ήταν σχεδόν τρομακτικές. Άδειες λεωφόροι στη μέση της Εσωτερικής Μογγολίας. Δημόσια κτίρια με αδειανή μνήμη και χωρίς ουρές πολιτών. Πολυκατοικίες χωρίς καθημερινότητα. Ένα αστικό κέντρο που έμοιαζε να είχε γεννηθεί πριν από τους ανθρώπους του. Σ’ αυτή την τεχνητή πόλη τα πάντα λειτουργούσαν συμβολικά. Λες και ένας πυρήνας της σύγχρονης Κίνας κατοικούσε εκεί. Μια χώρα που σχοινοβατεί στις αντιφάσεις της. Ένα κομμουνιστικό καθεστώς με πολλούς δισεκατομμυριούχους. Κρατικές εταιρείες που αναζητούν πελάτες στις εκμαυλισμένες μητροπόλεις του καπιταλισμού. Το Kangbashi ήταν μια πρόωρα γεννημένη πόλη. Η ιστορία της, όμως, δεν ξεκινά από μια ξεχειλωμένη κυβερνητική φιλοδοξία. Ξεκινά από τον άνθρακα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το Ordos έγινε μία από τις ενεργειακές μηχανές της Κίνας. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα άνθρακα της χώρας -σε ορισμένες αναλύσεις αναφέρεται ότι αντιστοιχεί περίπου στο ένα έκτο των κινεζικών αποθεμάτων. Η εξόρυξη έφερε χρήμα, επιχειρήσεις, τοπικά έσοδα, νέους πλούσιους και μια αίσθηση ότι η ανάπτυξη δεν είχε όριο. Εκείνη την εποχή, η χώρα δεν έχτιζε απλώς πόλεις. Έχτιζε το αφήγημα της ανόδου της. Οι γερανοί ήταν πολιτικό σύμβολο ανάπτυξης. Το φρέσκο μπετόν, διαπιστευτήριο προόδου. Οι λεωφόροι, οι σταθμοί, τα δημόσια κτίρια και οι νέες συνοικίες έλεγαν το ίδιο πράγμα: το μέλλον δεν περιμένει. Μπορεί να δημιουργηθεί σε ενεστώτα χρόνο, αρκεί να υπάρχει κρατική βούληση, χρήμα και όραμα.
Το μοντέλο χρηματοδότησης ήταν χαρακτηριστικό της εποχής. Η τοπική ανάπτυξη στηρίχθηκε στον πλούτο του άνθρακα, στην αξιοποίηση της γης, σε δημόσια έσοδα, τραπεζικό δανεισμό και σε ένα πλέγμα κρατικού σχεδιασμού, κατασκευαστικών εταιρειών και real estate. Στο Kangbashi η γη άρχισε να αποκτά αξία επειδή το κράτος αποφάσισε ότι εκεί θα βρίσκεται το νέο κέντρο της επαρχίας Ordos. Αμετροέπεια; Μια πόλη χωρίς παρελθόν θα μπορούσε να γίνει η πόλη του μέλλοντος; Οι δρόμοι χαράχτηκαν πριν από την κίνηση. Οι πλατείες φτιάχτηκαν πριν από το πλήθος. Τα διοικητικά κτίρια υψώθηκαν πριν από τη δημόσια ζωή. Δεν ήταν μόνο πολεοδομικό σχέδιο. Ήταν στοίχημα. Αν χτίζονταν πρώτα οι δρόμοι, τα σπίτια, τα σχολεία, τα θέατρα και τα κυβερνητικά κτίρια, οι άνθρωποι θα ακολουθούσαν.
Τα σύμβολα αυτής της φιλοδοξίας υπάρχουν ακόμη. Το Ordos Museum, σχεδιασμένο από τους MAD Architects, το κινεζικό αρχιτεκτονικό γραφείο του Ma Yansong με έδρα το Πεκίνο, και ανατεθειμένο από τη δημοτική κυβέρνηση του Ordos, μοιάζει σαν μεταλλικός βράχος που προσγειώθηκε στη στέπα. Το κτίριο σχεδιάστηκε μετά το master plan της νέας πόλης και έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της Kangbashi. Δίπλα του, βιβλιοθήκες, πολιτιστικά κέντρα, θέατρα και μεγάλες πλατείες έδιναν στην περιοχή όψη κανονικής μητρόπολης, πριν η ίδια η καθημερινότητα προλάβει να την αφομοιώσει.
Στη Δύση έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε αλλιώς. Πρώτα έρχεται η ανάγκη, μετά η πόλη. Πρώτα έρχονται οι άνθρωποι, μετά τα σπίτια. Πρώτα έρχεται η αγορά, μετά οι δρόμοι. Στην Kangbashi έγινε το αντίστροφο. Πρώτα ήρθε η πόλη. Μετά περίμενε τους ανθρώπους που θα βαπτίζονταν κάτοικοί της. Το Ordos έγινε συνώνυμο της κινεζικής φούσκας ακινήτων. Σύμβολο μιας οικονομίας που είχε μάθει να χτίζει πιο γρήγορα απ’ όσο προλάβαινε να κατοικηθεί. Η Kangbashi δεν ήταν μια γειτονιά που άργησε να γεμίσει. Ήταν μια ολόκληρη αστική ονείρωξη, σχεδιασμένη με την αυτοπεποίθηση μιας χώρας που είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει την ανάπτυξη σαν φυσικό φαινόμενο.
Μόνο που οι πόλεις δεν υπακούν πάντα στα σχέδια. Έχουν δική τους ωρίμανση. Δεν γεμίζουν επειδή τις σχεδίασε κάποιος. Γεμίζουν επειδή οι άνθρωποι βρίσκουν λόγο να μείνουν. Δουλειά. Σχολείο. Πολιτισμός. Οικογένεια. Συνήθεια. Μνήμη. Ευκαιρία. Μια πόλη δεν είναι μόνο υποδομές. Είναι η στιγμή που η καθημερινότητα αρχίζει να επαναλαμβάνεται.
Γι’ αυτό και η ιστορία της Kangbashi δεν είναι τόσο απλή όσο βόλευε ο μύθος της «πόλης-φάντασμα». Η περιοχή δεν έμεινε για πάντα άδεια. Το κράτος άρχισε να της μεταφέρει λειτουργίες. Δημόσιες υπηρεσίες εγκαταστάθηκαν. Σχολεία άνοιξαν. Επιχειρήσεις εμφανίστηκαν. Οικογένειες μετακινήθηκαν. Η πόλη που κάποτε παρουσιαζόταν σαν σκηνικό χωρίς ηθοποιούς άρχισε να αποκτά ζωή, όχι με τον ρυθμό που υπόσχονταν οι αρχικές μακέτες, αλλά αρκετά ώστε να ραγίσει την εύκολη εικόνα της αποτυχίας.
Η μεταγενέστερη εικόνα
Η απογραφή του 2020 κατέγραψε στην Kangbashi 118.796 κατοίκους, ενώ η πιο πρόσφατη επίσημη εικόνα ανεβάζει τον μόνιμο πληθυσμό της περίπου στους 131.300. Ο αριθμός αυτός δεν δικαιώνει το αρχικό όνειρο του ενός εκατομμυρίου κατοίκων. Η λέξη «φάντασμα» ίσως τελικά να μην είναι η σωστή. Φάντασμα είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν και επιστρέφει. Η Kangbashi ήταν το αντίθετο: ένα φάντασμα του μέλλοντος. Ένας τόπος που έμοιαζε να έχει φτάσει νωρίτερα από την εποχή του. Το Ordos έγινε μία από τις καθαρότερες εικόνες του κινεζικού καπιταλισμού με κρατική αρχιτεκτονική. Η αγορά, το κράτος, η γη, το χρέος και η φιλοδοξία συναντήθηκαν σε μια πόλη που έμοιαζε να ρωτά: αν χτίσουμε αρκετά, θα έρθει η ζωή;
Η απάντηση δεν είναι ούτε ναι ούτε όχι. Είναι πιο αμήχανη. Κάποιες φορές η ζωή έρχεται. Αλλά αργότερα, ακριβότερα και λιγότερο θεαματικά από όσο υπόσχονταν τα σχέδια. Το μέλλον μπορεί πράγματι να φτάσει, αλλά σπάνια φτάνει στην ώρα που γράφουν οι μακέτες. Και σχεδόν ποτέ δεν μοιάζει ακριβώς με την εικόνα που πούλησαν οι εργολάβοι, οι πολιτικοί και οι επενδυτές. Η Kangbashi δεν είναι πια μόνο μια αποτυχημένη selfie της Κίνας απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Είναι υπενθύμιση ότι η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο σε τετραγωνικά, λεωφόρους, γερανούς και γυάλινες προσόψεις. Μετριέται στο αν κάποιος έχει λόγο να περπατήσει στον δρόμο. Να στείλει το παιδί του στο σχολείο. Να ανοίξει ένα μαγαζί. Να αγοράσει ψωμί. Να επιστρέψει το βράδυ σε ένα σπίτι και να ανάψει φως πίσω από ένα παράθυρο. πηγή: newmoney.gr, Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image










