Ο Ντέιβιντ Γουάλεντας πέρασε από τη φτώχεια και τη σκληρή παιδική εργασία στη δημιουργία μιας αυτοκρατορίας ακινήτων στη Νέα Υόρκη, χτίζοντας την επιτυχία του πάνω σε ρίσκο, επιμονή και προσωπικά μαθήματα ζωής

Πριν γίνει ένας από τους πιο επιδραστικούς developers της Νέας Υόρκης, ο Ντέιβιντ Γουάλεντας γνώρισε από πολύ νωρίς τι σημαίνει στέρηση, σκληρή εργασία και απόλυτη έλλειψη στήριξης. Ο άνθρωπος που σήμερα συνδέεται με μια περιουσία δισεκατομμυρίων και με ένα χαρτοφυλάκιο δεκάδων ακινήτων, μεγάλωσε σε συνθήκες που ελάχιστα προμήνυαν τη μετέπειτα πορεία του. Η διαδρομή του δεν ξεκίνησε από προνόμια, οικογενειακά κεφάλαια ή ισχυρές γνωριμίες, αλλά από μια παιδική ηλικία σημαδεμένη από δυσκολίες, χειρωνακτική δουλειά και την ανάγκη να επιβιώσει.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Forbes, η περιουσία του ανέρχεται στα 2 δισ. δολάρια, ενώ η εταιρεία του, Two Trees Management, διαθέτει περισσότερα από 20 ακίνητα κατοικιών και επαγγελματικών χώρων στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, ο ίδιος διαμορφώθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από τον κόσμο των μεγάλων επενδύσεων και των εμβληματικών συμφωνιών.

Η σκληρή αφετηρία
Ο πατέρας του, Αμερικανός πρώτης γενιάς με ρίζες από τη ρωσολιθουανική κοινότητα και εργασία στο ταχυδρομείο, υπέστη εγκεφαλικό όταν ο Γουάλεντας ήταν μόλις πέντε ετών, με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος. Η οικογένεια βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και η μητέρα του αναγκάστηκε να εργάζεται αδιάκοπα για να συντηρήσει τα παιδιά της. Όταν τα χρήματα δεν επαρκούσαν, έστελνε τα αγόρια να ζουν και να δουλεύουν σε γειτονικές φάρμες.

Όπως περιγράφει ο ίδιος, εκείνα τα χρόνια έμοιαζαν με μια ζωή χωρίς πραγματική παιδική ηλικία. Ξυπνούσε από τα χαράματα, άρμεγε αγελάδες, καθάριζε στάβλους, πήγαινε σχολείο και στη συνέχεια επέστρεφε στις ίδιες βαριές δουλειές. Οι συνθήκες ήταν εξαντλητικές, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Τον χειμώνα πάγωνε και το καλοκαίρι υπέφερε από τη ζέστη, όμως μέσα από αυτή τη σκληρότητα γεννήθηκε η απόφασή του να ξεφύγει από τη φτώχεια.

Ο ίδιος έχει πει ότι το βασικό μάθημα που πήρε από εκείνη την περίοδο ήταν πως ήθελε με κάθε τρόπο να γίνει πιο επιτυχημένος. Η φιλοδοξία του δεν ήταν θεωρητική· ήταν μια εσωτερική ανάγκη, σχεδόν ένας μηχανισμός επιβίωσης.

Η αναζήτηση πορείας χωρίς οδηγό
Παρά την έντονη επιθυμία του να προχωρήσει, ο Γουάλεντας δεν είχε μπροστά του κάποιο πρότυπο που να του δείχνει τον δρόμο. Μεγαλώνοντας σε ακραία φτώχεια, δεν είχε επαφή με ανθρώπους που γνώριζαν πώς χτίζεται μια επαγγελματική ή επιχειρηματική διαδρομή. Όπως έχει παραδεχθεί, στην εποχή της Μεγάλης Ύφεσης οι σπουδές δεν ήταν αυτονόητη επιλογή για τις λαϊκές οικογένειες, ενώ ο ίδιος δεν είχε ποτέ μέντορα.

Έτσι, χρειάστηκε να κινηθεί μόνος του, σχεδόν ενστικτωδώς. Στην τελευταία τάξη του λυκείου, παρατήρησε στο γραφείο του διευθυντή μια αφίσα για το πρόγραμμα υποτροφιών του αμερικανικού ναυτικού, το Naval Reserve Officers Training Corps. Έκανε αίτηση και επέλεξε δύο πανεπιστήμια: το Χάρβαρντ, επειδή το όνομά του του ήταν γνωστό, και το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, επειδή υπέθεσε ότι εκεί, πιο νότια, ο καιρός θα ήταν πιο ζεστός.

Λίγες εβδομάδες αργότερα έλαβε επιστολή αποδοχής στο πρόγραμμα ROTC του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια. Εκείνη η στιγμή αποδείχθηκε καταλυτική, γιατί του άνοιξε μια πόρτα που μέχρι τότε έμοιαζε αδιανόητη.

Από τα δύσκολα μεροκάματα στις μεγάλες αποφάσεις
Στα χρόνια που ακολούθησαν έκανε κάθε είδους δουλειά για να σταθεί όρθιος. Καθάριζε βόθρους του στρατού, έδινε αίμα για να εξασφαλίσει λίγα χρήματα και συνέχισε μέχρι να αποκτήσει και MBA. Δεν ακολούθησε μια γραμμική ή προστατευμένη πορεία. Αντίθετα, κάθε βήμα του συνδέθηκε με κόπο, επιμονή και πρακτική προσαρμοστικότητα.

Μέσα από αυτή τη μακρά εμπειρία, ο Γουάλεντας συμπύκνωσε μια προσωπική φιλοσοφία επιτυχίας σε έξι βασικές αρχές, τις οποίες θεωρεί καθοριστικές για όσα πέτυχε.

Τα έξι μαθήματα που κράτησε
Πρώτο μάθημα είναι να κάνει κανείς τις δουλειές που οι περισσότεροι αποφεύγουν. Η ζωή στις φάρμες τού έμαθε να μη θεωρεί καμία εργασία υποτιμητική και να αναζητά ευκαιρίες ακόμη και εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν μόνο ταλαιπωρία. Η ίδια λογική τον οδήγησε αργότερα και σε ιδιαίτερα δύσκολες ή αντιδημοφιλείς εργασίες.

Δεύτερο, πιστεύει ότι αξίζει να αναζητάς εμπειρίες ικανές να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο. Στο πανεπιστήμιο ήρθε σε επαφή με ανθρώπους από ανώτερα κοινωνικά στρώματα και αυτό το περιβάλλον διεύρυνε τις προσδοκίες και τη σκέψη του.

Τρίτο, δεν πρέπει να αγοράζεις κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις. Η πρώτη του επένδυση ήταν ένα μικρό αγροτόσπιτο αξίας 30.000 δολαρίων, με την προσδοκία ότι το ενοίκιο θα κάλυπτε τη δόση του δανείου. Όμως ο μεσίτης που είχε αναλάβει τη διαχείριση λειτούργησε προβληματικά, προκαλώντας ζημιά. Ο Γουάλεντας αναγκάστηκε να πουλήσει το ακίνητο, αλλά πήρε ένα μάθημα που καθόρισε τη μετέπειτα πορεία του: σήμερα η Two Trees διαχειρίζεται εσωτερικά όλα τα ακίνητά της.

Τέταρτο, υποστηρίζει ότι πρέπει να ακολουθεί κανείς το ένστικτό του. Παρότι εργάστηκε σε συμβουλευτική εταιρεία, ο ίδιος ήξερε πάντα ότι ο χώρος στον οποίο ήθελε πραγματικά να χτίσει τη ζωή του ήταν τα ακίνητα.

Πέμπτο, θεωρεί αναγκαίο το μεγάλο ρίσκο. Αφού ξεκίνησε με επενδύσεις στο Μανχάταν, στράφηκε αργότερα στο Dumbo, μια υποβαθμισμένη τότε βιομηχανική γειτονιά, σε μια περίοδο που σχεδόν κανείς δεν πίστευε στην προοπτική της. Οι τράπεζες δεν συμμερίζονταν το όραμά του και αρνήθηκαν να τον χρηματοδοτήσουν, εκείνος όμως επέμεινε.

Το έκτο και, κατά τον ίδιο, σημαντικότερο μυστικό είναι η επιλογή του σωστού συντρόφου. Ο Γουάλεντας έχει πει ότι η καλύτερη συμφωνία της ζωής του ήταν ο γάμος του. Η σύζυγός του ήταν φοιτήτρια που νοίκιαζε ένα από τα διαμερίσματά του και στη συνέχεια τον σύστησε στο ζεύγος Λόντερ από τον χώρο των καλλυντικών, οι οποίοι χρηματοδότησαν μία από τις πρώτες σημαντικές κινήσεις της καριέρας του.

Η ιστορία του Ντέιβιντ Γουάλεντας δεν είναι απλώς η αφήγηση ενός ανθρώπου που πλούτισε. Είναι η πορεία ενός παιδιού της φτώχειας που έμαθε να επιβιώνει χωρίς προστασία, να αποφασίζει χωρίς καθοδήγηση και να μετατρέπει την έλλειψη ασφάλειας σε κινητήρια δύναμη. Πηγή: newmoney.gr