Ο όρος placeholder partner περιγράφει μια σχέση που δείχνει κανονική, αλλά στην πραγματικότητα μένει στάσιμη, χωρίς σαφή κατεύθυνση ή προοπτική.

 

Υπάρχουν σχέσεις που μοιάζουν πλήρεις, έχουν παρουσία, συνήθεια, ακόμη και τρυφερότητα, ωστόσο λείπει κάτι ουσιαστικό. Υπάρχει μια αδιόρατη αίσθηση ότι βρίσκεσαι εκεί «προσωρινά», σαν να κρατάς τη θέση για κάποιον άλλον που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί. Η έννοια του placeholder partner περιγράφει ακριβώς αυτό: μια σχέση όπου ο ένας επενδύει λιγότερο απ’ όσο δείχνει, χωρίς να το ομολογεί.

Σύμφωνα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ένας σύντροφος placeholder είναι αρκετά καλός για να βγαίνεις μαζί του/της ραντεβού, να συζείς ή ακόμα και να περνάτε χρόνια μαζί, αλλά ποτέ το άτομο με το οποίο ο σύντροφός του/της σχεδιάζει πραγματικά να δεσμευτεί μακροπρόθεσμα. Είναι μία «εν τω μεταξύ» θέση, μέχρι να εμφανιστεί ο ένας/η μία. Το φαινόμενο δεν κάνει εξαιρέσεις: και τα δύο φύλα εμφανίζουν παρόμοια μοτίβα ασάφειας και χαμηλής δέσμευσης.

Όταν οι άπειρες επιλογές κάνουν τη δέσμευση πιο δύσκολη
Δεν είναι μια εντελώς καινούργια δυναμική, απλώς τώρα έχει αποκτήσει όνομα. Ενώ σε παλαιότερες αφηγήσεις την αναγνωρίζαμε διαισθητικά, σήμερα το φαινόμενο φαίνεται να εντείνεται και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η σύγχρονη κουλτούρα των εφαρμογών γνωριμιών καλλιεργεί μια αίσθηση απεριόριστων επιλογών, δημιουργώντας αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται «παράδοξο της επιλογής»: όσο περισσότερες πιθανότητες έχει κανείς μπροστά του, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δεσμευτεί ουσιαστικά. Η ιδέα ότι «ίσως υπάρχει κάτι καλύτερο» λειτουργεί σαν μόνιμη υποσημείωση σε κάθε σχέση, υπονομεύοντας τη βεβαιότητα.

Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις που, σύμφωνα με ειδικούς, μπορούν να σε κάνουν να αναρωτηθείς αν βρίσκεσαι σε μια τέτοια σχέση. Η πρώτη ένδειξη είναι ότι το μέλλον μοιάζει σχεδόν απαγορευμένο θέμα συζήτησης: κάθε αναφορά σε σχέδια, ένα ταξίδι ή μια κοινή εμφάνιση, αντιμετωπίζεται με αμηχανία ή αποφυγή, σαν η σχέση να περιορίζεται αυστηρά στο «εδώ και τώρα». Την ίδια στιγμή, η ένταξη στη ζωή του άλλου παραμένει επιφανειακή, μήνες μπορεί να περνούν χωρίς να γνωρίσεις φίλους ή οικογένεια, ενώ και ο ίδιος βρίσκει διαρκώς λόγους να μην ενταχθεί στον δικό σου κύκλο. Παράλληλα, η συμπεριφορά του ατόμου αφήνει να εννοηθεί ότι κρατά τις επιλογές του ανοιχτές, είτε μέσα από ένα διακριτικό φλερτ είτε μέσα από μια γενικότερη διάχυτη προσοχή προς άλλους, που σε αφήνει στο περιθώριο. Και, ίσως πιο αποκαλυπτικά, υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη έλλειψη συνέπειας και προσπάθειας: περίοδοι απόστασης εναλλάσσονται με στιγμές εγγύτητας, δημιουργώντας έναν κύκλο που τείνεις να δικαιολογείς ή να υποτιμάς, ακόμη κι όταν μέσα σου αναγνωρίζεις ότι κάτι δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, να κρατούν έναν σύντροφο στη ζωή τους χωρίς να τον εντάσσουν πραγματικά στο μέλλον τους. Μπορεί να προσπαθούν να ξεπεράσουν έναν προηγούμενο δεσμό, να φοβούνται τη μοναξιά ή να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν ουσιαστικό δεσμό επειδή πιστεύουν ότι τους περιμένει κάτι καλύτερο.

Προσκόλληση και φόβος δέσμευσης
Σε άλλες περιπτώσεις, η εξήγηση βρίσκεται βαθύτερα, στα πρότυπα συναισθηματικής προσκόλλησης που περιέγραψε ο John Bowlby, Βρετανός ψυχαναλυτής και εισηγητής της θεωρίας της προσκόλλησης: εκείνοι που φοβούνται την εγκατάλειψη μπορεί να προσκολλώνται σε σχέσεις που δεν τους ικανοποιούν πλήρως, ενώ όσοι φοβούνται την απώλεια της ανεξαρτησίας τους κρατούν απόσταση, ακόμη κι όταν είναι φαινομενικά παρόντες.

Το αποτέλεσμα είναι μια σχέση που μπορεί να λειτουργεί, αλλά δεν εξελίσσεται, καθώς υπάρχει μια ανεπαίσθητη ασυνέπεια που γίνεται κανονικότητα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για κάτι θεαματικά προβληματικό, αντιθέτως, είναι συχνά αυτή η «ήπια ασάφεια» που κάνει την κατάσταση πιο δύσκολη να αναγνωριστεί. Ο άνθρωπος που βρίσκεται στη θέση του placeholder αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν ευθυγραμμίζεται, αλλά συχνά επιλέγει να το ερμηνεύσει ως συγκυριακό ή παροδικό. Κι όμως, δεν είναι κάθε τέτοια περίπτωση αποτέλεσμα πρόθεσης ή έλλειψης ενδιαφέροντος. Υπάρχουν σχέσεις όπου απλώς οι δύο άνθρωποι κινούνται με διαφορετικούς ρυθμούς. Ο ένας είναι έτοιμος να προχωρήσει, ο άλλος διστάζει, όχι απαραίτητα επειδή δεν θέλει, αλλά επειδή χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσει κανείς αν πρόκειται απλώς για διαφορετικούς ρυθμούς στη σχέση ή για μια κατάσταση όπου ο ένας αντιμετωπίζεται ως προσωρινή επιλογή.

Εκείνο που τη φωτίζει είναι η σαφήνεια: η ειλικρινής συζήτηση για το πού βρίσκεται ο καθένας και τι επιθυμεί. Σε κάθε περίπτωση, η παραμονή σε μια τέτοια δυναμική έχει κόστος. Η αβεβαιότητα φθείρει περισσότερο από μια ξεκάθαρη απάντηση, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι η επιθυμητή. Και από την άλλη πλευρά, για ένα άτομο που κρατά κάποιον «για τώρα», η επιλογή αυτή μπορεί να του στερήσει την ευκαιρία μιας ουσιαστικής σύνδεσης.
Η ψυχολογία των σχέσεων έχει δείξει ότι η δέσμευση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της αγάπης, αλλά συχνά η προϋπόθεσή της, ότι το συναίσθημα βαθαίνει όταν του δίνεται χώρος να αναπτυχθεί. Ίσως, τελικά, το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος είναι placeholder, αλλά αν αισθάνεται πραγματικά ότι τον έχουν επιλέξει. Γιατί στις σχέσεις, η διαφορά ανάμεσα στο «για τώρα» και στο «για εμάς» δεν είναι θέμα χρόνου, είναι θέμα πρόθεσης.πηγή: newmoney.gr