Εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια η παγκόσμια αγορά τέτοιων συστημάτων θα φτάσει τα 20 δισ. δολάρια, με ορισμένες προβλέψεις να την τοποθετούν ακόμη και κοντά στα 30-40 δισ. δολάρια μέχρι το 2033.
Η τεχνολογία εξελίσσεται στην ιατρική και δη στην καταγραφή του σακχάρου, δίνοντας στους ανθρώπους που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη τα κατάλληλα εργαλεία για τον έλεγχο της υγείας τους. Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Διαβήτη, οι προσπάθειες ποσοτικοποίησης της γλυκόζης στα ούρα είχαν ήδη ξεκινήσει από τα μέσα του 1800. Η σημαντικότερη εξέλιξη σημειώθηκε στις αρχές του 1900 με την ανάπτυξη μιας πρωτοποριακής συσκευής για τον έλεγχο της γλυκόζης στα ούρα από τον Αμερικανό χημικό Στάνλεϊ Μπένεντικτ.
Tα αποτελέσματα ήταν ακριβή και η μέθοδος παρέμεινε σε ισχύ για σχεδόν 50 χρόνια. Περίπου μια δεκαετία αργότερα, αναπτύχθηκε η πρώτη ταινία μέτρησης γλυκόζης στο αίμα, το Dextrostix, που προοριζόταν για χρήση σε ιατρεία. Από τη δεκαετία του 1980 κυκλοφόρησαν μετρητές και ταινίες για οικιακή χρήση, με τους πάσχοντες να καταγράφουν μόνοι τους τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η λεγόμενη αυτοπαρακολούθηση της γλυκόζης αίματος (SMBG), η τεχνολογία της οποίας βελτιώθηκε σταδιακά, επιτυγχάνεται πλέον χρησιμοποιώντας έναν φορητό μετρητή και μια σταγόνα αίματος από το δάχτυλο. Σχεδόν ανώδυνα, η χρήση της SMBG είναι εύκολη και καταγράφει δεδομένα γλυκόζης, βοηθώντας τόσο τον ασθενή όσο τον θεράποντα ιατρό.
Η εξέλιξη της τεχνολογίας
Η τεχνολογία, όμως, εξακολουθεί να εξελίσσεται έτσι, οι άνθρωποι με διαβήτη αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο με συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM). Οι συσκευές αυτές εφαρμόζουν συνήθως στο μπράτσο ή την κοιλιά και μετρούν διαρκώς το σάκχαρο μέσα στην ημέρα, αποστέλλοντας τα δεδομένα στο κινητό τηλέφωνο. Για πάσχοντες με διαβήτη, πρόκειται για πραγματική «επανάσταση» καθώς παρατηρούνται τα επίπεδα σακχάρου όλο το 24ωρο μέσω αισθητήρα χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να τρυπούν το δάχτυλό τους.
Όπως αναφέρεται στα πρακτικά του επιστημονικού συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης και Εκπαίδευσης «Η τεχνολογία στον σακχαρώδη διαβήτη», με εισήγηση γιατρών από το Διαβητολογικό Κέντρο του Τζάνειου νοσοκομείου Πειραιά, τα συστήματα CGM βασίζονται σε αισθητήρα που χρησιμοποιεί το ένζυμο οξειδάση της γλυκόζης (GOD) και αποτυπώνουν τη συγκέντρωση της γλυκόζης στο πλάσμα του αίματος μετρώντας την στο εξωκυτταρικό διάμεσο υγρό, στο οποίο επιβιώνουν τα κύτταρα ενός οργανισμού. Αποτελούνται από τον αισθητήρα, τον πομπό και τον καταγραφέα και παρέχουν ενδείξεις συνήθως κάθε 5 λεπτά, με περίπου 288 τιμές την ημέρα. Επισημαίνεται, βέβαια πως καθώς είναι εργοστασιακά ρυθμισμένα να ακολουθούν τα γενικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού με διαβήτη, δε διασφαλίζεται η διατήρηση της ακρίβειας σε υψηλά επίπεδα και εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή. Για αυτό και τα περισσότερα συστήματα απαιτούν έστω μία μέτρηση σακχάρου από το δάχτυλο.
Πωλήσεις δισεκατομμυρίων
Όπως αναφέρει η Washington Post, η παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης μπορεί να ωφελήσει τα 115,2 εκατ. Αμερικανών -σχεδόν το 44% όλων των ενηλίκων- που πάσχουν από προδιαβήτη, ο οποίος είναι «σιωπηλός» και δεν παρουσιάζει έντονα συμπτώματα. Η έγκαιρη διάγνωσή του με αιματολογικές εξετάσεις είναι σημαντική ώστε να αποτραπεί η εξέλιξή του σε σακχαρώδη διαβήτη. Ο έλεγχος, επομένως, του επιπέδου γλυκόζης μπορεί να αποκαλύψει αν ο οργανισμός επηρεάζεται από τη διατροφή και την άσκηση. Αν για παράδειγμα, ένα αναψυκτικό αυξάνει απότομα τα επίπεδα γλυκόζης, τότε είναι πιθανό να μην πρέπει να το καταναλώσετε ξανά.
Με τα CGM -το κόστος των οποίων στις ΗΠΑ κυμαίνεται ανάμεσα σε 80-500 δολάρια μηνιαίως χωρίς ασφαλιστική κάλυψη- που φέρουν μικροσκοπικό αισθητήρα και συνδεδεμένο πομπό, ο οποίος στέλνει δεδομένα σε τηλέφωνο ή άλλο δέκτη, η καταγραφή είναι ευκολότερη. Για αυτό το λόγο, έχει αυξηθεί σημαντικά η αγορά τέτοιων συσκευών από ανθρώπους που δεν πάσχουν από διαβήτη, αλλά ασχολούνται με αθλητισμό και ευεξία. Η χρήση τους για λίγες εβδομάδες μπορεί να παρέχει πληροφορίες για το πώς το σώμα αντιδρά στις διατροφικές συνήθειες. Σύμφωνα με εκθέσεις αγοράς, μάλιστα, όπως η Grand View Research, η παγκόσμια αγορά συσκευών μέτρησης γλυκόζης εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα φτάσει τα 20 δισ. δολάρια, με ορισμένες προβλέψεις να την τοποθετούν ακόμη και κοντά στα 30-40 δισ. δολάρια μέχρι το 2033.
Με κίνητρο την περιέργεια
Πρόσφατη μελέτη που διενεργήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία για λογαριασμό της πολυεθνικής εταιρίας ιατροτεχνολογικών προϊόντων Abbott, έδειξε ότι το 16% των ενηλίκων στο Ηνωμένο Βασίλειο παρακολουθεί με CGM τα επίπεδα γλυκόζης του για παθήσεις που δεν σχετίζονται με τον διαβήτη. Διαπιστώθηκε ότι η εφαρμογή τέτοιων συσκευών ήταν ιδιαίτερα υψηλή στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών, με σχεδόν το 38% να χρησιμοποιεί την τεχνολογία. Η ίδια ομάδα, πάντως, χρησιμοποιεί και άλλες συσκευές για την παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, ενώ περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες -52% σε δείγμα 2.000 ανθρώπων- δήλωσαν ότι διαθέτουν τουλάχιστον μια «έξυπνη» συσκευή wearable. Στόχος είναι να έχουν πληρέστερη εικόνα για την υγεία τους και να αποκτήσουν περισσότερα δεδομένα ώστε να επιτύχουν ακόμα μεγαλύτερη ευεξία.
Τrend στο TikTok παρά αναγκαίο εργαλείο
Οι συσκευές τείνουν να γίνουν τάση σε δημοφιλείς ψηφιακές πλατφόρμες από αυτόκλητους influencer υγείας και ευεξίας. Μια εξ αυτών, η Μπρίτνεϊ Μπουσάρ, η οποία μέσα από τις σελίδες της σε TikTok και Instagram προώθησε μια νεοσύστατη επιχείρηση CGM φορώντας στο μπράτσο της μια συσκευή μέτρησης σακχάρου. Προσέφερε, μάλιστα, στους ακολούθους της και κωδικό έκπτωσης, για όσους ενδιαφέρονταν να την αποκτήσουν, λαμβάνοντας την απαραίτητη προμήθεια από τις αγορές.
Σε ανάρτησή της, τόνισε ότι δεν πάσχει από διαβήτη, αλλά υποστήριξε πως η συσκευή τη βοήθησε να μάθει πολλά για το σώμα της. «Είναι εκπληκτικό! Με έχει κάνει εξαιρετικά πειθαρχημένη σχετικά με το διατροφικό μου πρόγραμμα και πιο συνειδητοποιημένη για το τι βάζω στο σώμα μου», ανέφερε και πρόσθεσε πως ανάμεσα στα οφέλη συγκαταλέγονται η ισορροπία των επιπέδων γλυκόζης, ορμονών, ενέργειας, η ενίσχυση της εγκεφαλικής λειτουργίας και η ποιότητα του ύπνου.
Παραπλανητικά αποτελέσματα για μη διαβητικούς
Έρευνα του Πανεπιστημίου του Μπαθ δείχνει ότι οι μετρητές αυτοί μπορεί να είναι παραπλανητικοί για υγιείς ανθρώπους. Οι ερευνητές αξιολόγησαν την ακρίβεια των CGM στον υπολογισμό των αποκρίσεων σε διάφορα προϊόντα με βάση τα φρούτα και κατέληξαν σε εντυπωσιακά συμπεράσματα: Συσκευή CGM ανέφερε σταθερά υψηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, σε σύγκριση με το τρύπημα στο δάχτυλο. Συγκεκριμένα, φρούτα ταξινομήθηκαν λανθασμένα ως τρόφιμα μεσαίου ή υψηλού γλυκαιμικού δείκτη από τα CGM, ενώ το τεστ τρυπήματος στο δάχτυλο έδειξε ότι είχαν χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη. Αυτό, επισημαίνουν οι ειδικοί, θα μπορούσε να οδηγήσει τους χρήστες να πιστεύουν λανθασμένα ότι τα φρούτα θα μπορούσαν να προκαλέσουν επιβλαβείς αυξήσεις στο σάκχαρο. Με λίγα λόγια, μπορεί κάποια τρόφιμα να θεωρηθούν «επικίνδυνα», ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αχρείαστους περιορισμούς στη διατροφή και να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα.
Το βασικό μήνυμα των ερευνητών είναι ότι η χρήση CGM από ανθρώπους χωρίς διαβήτη μπορεί να αλλοιώσει την πραγματική εικόνα της υγείας τους και να μην προσφέρει ακριβείς πληροφορίες για τη λειτουργία του οργανισμού.
Το βασικότερο ερώτημα: έχει νόημα;
Παρότι μοιάζει λογικό να θέλει κανείς να γνωρίζει αν έχει υψηλά επίπεδα σακχάρου ως προληπτικό μέτρο, το μεγαλύτερο πρόβλημα που εντοπίζουν οι ειδικοί στη χρήση τέτοιων συσκευών για ανθρώπους χωρίς διαβήτη έγκειται στο φόβο που μπορεί να προκληθεί. Η ήπια και προσωρινή αύξηση της γλυκόζης έπειτα από τα γεύματα είναι φυσιολογική για όλους και δε σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία μας. Η υπερέκθεση στα δεδομένα μπορεί να οδηγήσει σε άγχος και κακές διατροφικές συνήθειες, όπως η αποφυγή φρούτων χωρίς λόγο. Όσο για τον αθλητισμό, δεν υπάρχουν προς το παρόν σαφείς οδηγίες για το πώς να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα και επομένως δεν παρατηρείται ουσιαστικό όφελος στη χρήση των CGM για ανθρώπους χωρίς διαβήτη. πηγή: newmoney.gr












